Αρχείο ετικέτας #Family

Να μεγαλώσουμε ανεξάρτητα παιδιά

Σήμερα ξεκινάω να γράψω με πολύ κακή διάθεση…
Πολλά τα νεύρα και ενώ έλεγα θα ασχοληθώ με τις ταμπέλες στα παιδιά μετά τα stories μου στο instagram για τα «κοριτσίστικα» και «αγορίστικα» παιχνίδια, ασχολούμαι εδώ και μια βδομάδα με τα μαθήματα των παιδιών και πώς να βοηθήσω.

Έχω ξαναγράψει σχετικό άρθρο με τα διαβάσματα των παιδιών, αλλά σίγουρα παίζει ρόλο σε τι φάση είναι τα παιδιά και ηλικιακά και ψυχολογικά.
Και σίγουρα σε τι φάση είναι οι γονείς.

Το ερώτημα που τριγυρίζει στο μυαλό μου είναι πόση βοήθεια να δώσω και με ποιο τρόπο, ώστε να νιώσουν τα παιδιά ότι τα στηρίζω και είμαι δίπλα τους, αλλά και να μάθουν, να εκπαιδευτούν δηλαδή ότι είναι τα ίδια υπεύθυνα για τις υποχρεώσεις τους.

Αυτό που με προβληματίζει ιδιαίτερα, είναι η εξής διαπίστωση: δε με ενοχλεί τα παιδιά μου να πάνε αδιάβαστα ή να νιώσουν άσχημα ή να ντροπιαστούν στην τάξη. Είμαι πολύ συνειδητοποιημένη ότι πρέπει να νιώσουν τα ίδια ότι έχουν την ευθύνη για τις δικές τους εργασίες. Αυτό που με ενοχλεί κυρίως είναι μήπως ο δάσκαλος ή η δασκάλα βγάλει το συμπέρασμα ότι δεν ασχολούμαι με τα παιδιά μου, ότι μπορεί να σκεφτούν «αυτή η μάνα δεν ενδιαφέρεται». Το ίδιο νιώθω κι αν δεν προλάβω να φύγω από τη δουλειά για μια συνάντηση γονέων.

Με ενοχλεί δηλαδή αυτό το κλασικό «τι θα πουν οι άλλοι;» το οποίο σαν τρόπος σκέψης, ξέρω πολύ καλά ότι είναι προβληματικός, αλλά δεν είναι εύκολο να αποβάλλω αυτή τη νοοτροπία.

Όλοι οι γονείς θέλουμε, ή έχουμε ανάγκη, να μας θεωρούν «τους καλύτερους γονείς», να μας παινεύουν για τη συμπεριφορά μας και τα «υπέροχα» παιδιά μας.

Ξέρω, όμως, πόσο πολύ θέλω τα παιδιά μου να είναι ανεξάρτητα και υπεύθυνα. Μόνο έτσι θα γίνουν και υπεύθυνοι ενήλικες.

Σε πολλά σημεία της ζωής των παιδιών μας, πρέπει να απομακρυνθούμε, να κάνουμε ένα βήμα πίσω. Να τα αφήσουμε να «πάθουν και να μάθουν».

Να τα βοηθήσουμε, έτσι, να γίνουν ηθικοί και στοργικοί, παραγωγικοί και δημιουργικοί, ανεξάρτητοι νέοι. 

Ωστόσο, είναι (είμαστε) πάρα πολλοί οι γονείς, ειδικά τις τελευταίες δεκαετίες, που, από την αγάπη για τα παιδιά μας, από όλα αυτά που βλέπουμε στα social media, από τα δικά μας απωθημένα ίσως, θέλουμε να κάνουμε περισσότερα, όχι λιγότερα, γι ‘αυτά. 

Πιστεύουμε ότι όσο περισσότερο χρόνο, ενέργεια, προσοχή και χρήμα μπορούμε να διαθέσουμε στα παιδιά μας, τόσο το καλύτερο.

Τα παιδιά μας ξέρουν ότι δε θα τα αφήσουμε να πάνε αδιάβαστα (ακόμα κι αν έχουν ξεχάσει να κάνουν όλα τους τα μαθήματα), δε θα τα αφήσουμε χωρίς καθαρά ρούχα (ακόμα κι αν δεν έχουν βάλει στο καλάθι των απλύτων τα λερωμένα ρούχα τους), δε θα τα αφήσουμε νηστικά (ακόμα κι αν δεν έχουν στρώσει ή μαζέψει το τραπέζι).

«Η μαμά πάντα θα το κάνει».

Αναρωτιόμαστε σχετικά με το πώς μπορούμε να βοηθήσουμε τα παιδιά μας να ξεπεράσουν τους φόβους τους, να μάθουν να ρισκάρουν ή να γίνουν πιο υπεύθυνα. 

Ανεξάρτητα από το πόσο αγαπάμε τα παιδιά μας, ίσως να μην καταφέρνουμε να τους δώσουμε αυτά που πραγματικά χρειάζονται. 

Υπάρχουν πολλά σημαντικά πράγματα που δεν μπορούμε να κάνουμε για τα παιδιά μας, όσο κι αν το θέλουμε. 

Για να μεγαλώσουν με τους τρόπους που χρειάζεται να μεγαλώσουν, τα παιδιά πρέπει να κάνουν ένα βήμα μπροστά.

1. Δεν μπορούμε να κάνουμε τα παιδιά μας ευτυχισμένα με το ζόρι

Όταν κλαίνε, τρέχουμε να δούμε αν κινδυνεύουν. Όταν φαίνονται θλιμμένα, τυλίγουμε τα χέρια μας γύρω τους. Θέλουμε να προστατεύσουμε τα παιδιά μας από όλα τα άσχημα συναισθήματα, αλλά ο αγώνας και τα βάσανα είναι μέρος της ζωής και τα παιδιά πρέπει να μάθουν να διαχειρίζονται τα συναισθήματά τους. 
Σε εμπειρίες χωρίς τους γονείς (εκδρομές, σχολείο, δραστηριότητες) είναι πιο εύκολο για τα παιδιά να μάθουν τι μισούν και τι αγαπούν, τι τα κάνει να στεναχωρηθούν και τι τα κάνει ευτυχισμένα.

2. Δεν μπορούμε να προσφέρουμε στα παιδιά μας υψηλή αυτοεκτίμηση

Έχουμε στο μυαλό μας να ενισχύσουμε την αυτοπεποίθηση του παιδιού, λέγοντάς τους συνεχώς πόσο υπέροχοι και έξυπνοι είναι.  Κάτι τέτοιο, όμως, δε βοηθά.
Η αυτοεκτίμηση και αυτοπεποίθηση προέρχονται από την οικοδόμηση δεξιοτήτων και την εκμάθηση δύσκολων εργασιών που καταφέρνουν μόνα τους. 

3. Δεν μπορούμε να κάνουμε φίλους για τα παιδιά μας ή να μικροδιαχειριζόμαστε τις σχέσεις τους

Ακόμα και όταν είναι μωρά, ορισμένα παιδιά έλκονται έντονα το ένα από το άλλο. Παρόλο που εμείς μπορούμε να κανονίσουμε παιχνίδια με άλλα παιδάκια, τα παιδιά μαθαίνουν μόνα τους ο ένας με τον άλλον πώς να είναι φίλοι. Μπορούμε να υποστηρίξουμε τις φιλίες των παιδιών μας, να τους κανονίσουμε συναντήσεις για παιχνίδι, αλλά δεν μπορούμε να ελέγξουμε τις σχέσεις τους.

4. Δεν μπορούμε να απαγορεύσουμε τα «ηλεκτρονικά» στα παιδιά μας

Ζούμε εν μέσω μιας τεχνολογικής επανάστασης που αλλάζει δραματικά την οικογενειακή ζωή. Οι γονείς θέλουμε συνεχώς να περιορίσουμε τη χρήση ηλεκτρονικών συσκευών από το παιδί μας. Ωστόσο, όλοι μας περνάμε ίσο χρόνο μπροστά στις οθόνες – και τα παιδιά θα κάνουν αυτό που κάνουμε εμείς και όχι αυτό που λέμε.

5. Δεν μπορούμε να κάνουμε τα παιδιά μας ανεξάρτητα

Μέχρι ένα σημείο, τα παιδιά μου μπορεί ακόμα και να με κατηγορούσαν που ξέμειναν από νερό στο σχολείο, που δεν έπλυνα το ρούχο που ήθελαν να φορέσουν και ακόμα τα κάνουν κάποιες φορές. Έχω ακούσει παιδιά να λένε «α, η μαμά μου ξέχασε να μου βάλει στην τσάντα τα γυαλιά μου».
E, όταν τα παιδιά είναι μικρά θα το κάνουμε στην αρχή. Όταν, όμως, τα παιδιά ηλικίας 15 ετών δεν μπορούν να θυμηθούν τα γυαλιά τους, είναι επειδή είναι ανοργάνωτα ή επειδή η μητέρα τους αναλαμβάνει να θυμάται αντί αυτών…
Κάθε παιδί πρέπει να εξασκείται να είναι ανεξάρτητο και κάθε γονέας πρέπει να εξασκείται να αφήνει το παιδί του να είναι ανεξάρτητο. Δεν είναι εύκολο να το τηρήσουμε. Το ξέρω.

Η ανεξαρτησία, όμως, είναι σαν το άλμα εις ύψος: Πρέπει να τρέξεις και να πηδήξεις και μερικές φορές να αποτύχεις. Και στη συνέχεια να ανεβάσεις την μπάρα και να τρέξεις και να πηδήξεις ξανά. Ως γονιός, θα τρομάξουμε όταν τα παιδιά μας χτυπήσουν αυτή την μπάρα, αλλά δεν μπορούμε να πηδήξουμε αντί για αυτά!

Και θα δούμε ότι θα έχουν πολλές γλυκές στιγμές χωρίς εμείς να είμαστε παρόντες.

Αυτό που πιστεύω απόλυτα είναι ότι η δουλειά μας είναι να μεγαλώσουμε τα παιδιά μας έτσι ώστε να είναι έτοιμα να μας αφήσουν, οπότε πρέπει να είμαστε σε θέση να τα αφήσουμε να προχωρήσουν, παρακολουθώντας τα από απόσταση.

6. Και το βασικότερο: Δεν μπορούμε να κρατήσουμε τα παιδιά μας εντελώς ασφαλή (αλλά -δυστυχώς- μπορούμε να τα τρελάνουμε προσπαθώντας)

Παρακολουθούμε τις ειδήσεις και ανησυχούμε για όλα τα φοβερά πράγματα που μπορούν να συμβούν στα παιδιά μας.

Μένουμε απέναντι από το σχολείο και τα αγγλικά τους είναι ένα τετράγωνο μακριά. Ξέρω ότι πρέπει να τα αφήσω να πάνε με τα πόδια, αλλά, μέχρι πολύ πρόσφατα, δυσκολευόμουν, γιατί όντως τα αυτοκίνητα είναι πάρα πολλά.
Κι ακόμα και τώρα που το πήρα απόφαση, υπάρχουν δάσκαλοι που τρέχουν έντρομοι έξω από την είσοδο του σχολείου για να τα βοηθήσουν να διασχίσουν το δρόμο και αναρωτιούνται «γιατί δε σας έφερε κάποιος μεγάλος;»

Προσπαθούμε να κάνουμε «καλή δουλειά» στην ανατροφή των παιδιών μας, αλλά το να έχουμε συνεχώς το μυαλό μας στην ασφάλεια τους μάς κάνει να ανησυχούμε πολύ κι έτσι δυσκολεύουμε την ικανότητα των παιδιών μας για ανεξαρτησία.

Διάβασμα και υπευθυνότητα

Όλα αυτά ξεκίνησα να τα γράφω για να καταλήξω εδώ ακριβώς… Σε όλο αυτόν τον αγώνα -όπως τον έχουμε πολλοί γονείς στο μυαλό μας- για να «στρωθούν τα παιδιά μας στο διάβασμα».

Δε θέλουν να διαβάσουν, ισχυρίζονται ότι «δεν έχουν τίποτα», αλλά τελικά όλο και κάτι θα εμφανιστεί… Μπορεί να ξεχάσουν να κάνουν την εργασία τους, να κάνουν την εργασία τους αλλά να μην την παραδώσουν, να την κάνουν ατημέλητα ή απρόσεκτα ή να μη διαβάσουν όλα αυτά που πρέπει. Αυτοί είναι μόνο μερικοί τρόποι με τους οποίους τα παιδιά προσπαθούν να κρατήσουν τον μικρό έλεγχο που έχουν.

Οι γονείς, από την άλλη, συχνά θεωρούμε ότι είναι δική μας δουλειά να κάνουμε τα παιδιά να τα πάνε καλά στο σχολείο. Φυσικά, είναι λογικό να αγχωθούμε με αυτήν την ευθύνη ως γονείς: να αγχωθούμε γιατί θέλουμε να πετύχουν στη ζωή τους και να αντιδράσουμε με θυμό και κηρύγματα.

Γιατί το διάβασμα στο σπίτι να είναι τόσο δύσκολο;

Φαίνεται ότι είναι πολύ δύσκολο για τα παιδιά να μείνουν συγκεντρωμένα όταν είναι στο σπίτι. Στο σχολείο υπάρχει μια δομή, μια οργάνωση, μια πειθαρχία, χωρίς τους τόσους περισπασμούς του σπιτιού.

Με το που μπαίνουν σπίτι μπαίνουν σε mood, σε λειτουργία «ελεύθερου χρόνου». Στο μυαλό τους, το σπίτι είναι ένα μέρος για να χαλαρώσουν, να απολαύσουν ένα σνακ, να ακούσουν μουσική και να παίξουν ή να δουν τηλεόραση. Τους είναι δύσκολο να μπουν στη διαδικασία να κάνουν σχολικές εργασίες.

Κι εμείς οι γονείς σε αυτό το «πεδίο μάχης» για το «πότε θα διαβάσεις επιτέλους;» μπορεί να χρησιμοποιήσουμε τακτικές που πετυχαίνουν ή τακτικές που αποτυγχάνουν.

Η μάχη για την εργασία στο σπίτι γίνεται στην πραγματικότητα μάχη για τον έλεγχο. Το παιδί μας αρχίζει να παλεύει για να έχει περισσότερο έλεγχο στις επιλογές της ζωής του, ενώ εμείς πιστεύουμε ότι η δουλειά μας ως γονιός είναι να έχουμε τον έλεγχο των πραγμάτων. Έτσι και οι δύο πολεμάμε πιο σκληρά και όλο αυτό μετατρέπεται σε πόλεμο στο σπίτι μας.

Οι γονείς νιώθουμε όλο και περισσότερο εκτός ελέγχου, οπότε τιμωρούμε, γκρινιάζουμε, απειλούμε, μαλώνουμε ή καταλήγουμε να κάνουμε εμείς τα μαθήματά τους!


Ανεξάρτητα από το γιατί τα παιδιά μας δεν κάνουν τα μαθήματά τους, μάλλον πρέπει να παραδεχτούμε ότι αυτή η μάχη είναι χαμένη υπόθεση και για τους δυο μας.

Θα καταλήξουμε απογοητευμένοι, θυμωμένοι και εξαντλημένοι και τα παιδιά μας θα έχουν βρει έναν ακόμη τρόπο να πατήσουν τα κουμπιά μας. Και, ακόμη χειρότερα, μπορεί να καταλήξουν να μισούν το σχολείο και να μισούν τη μάθηση.

Όλα αυτά τα ξέρουμε οι περισσότεροι από εμάς αλλά δεν μπορούμε να το υλοποιήσουμε.

Αυτό που πήρα απόφαση μετά από πολλή σκέψη (και συζήτηση και φωνές και κλάματα και εκβιασμούς και καλοπιάσματα…) είναι να κάνω το παν για να διατηρήσω την ψυχραιμία μου. Να μην τσιμπάω με κάθε μια ατάκα των παιδιών που θέλουν να μου πάνε κόντρα και «με χτυπάνε εκεί που πονάει».

Θα δημιουργήσω ένα σύστημα οργάνωσης (με μια μικρή εποπτεία μέχρι να μάθουν να το υλοποιούν μόνα τους) έτσι ώστε να καταλάβουν ότι τα μαθήματα που έχουν για διάβασμα είναι απλώς ένα φυσιολογικό κομμάτι της ζωής στο σπίτι: «βγάζουμε όλα τα βιβλία από την τσάντα μας, να πάρει και αέρα (Μαρί Κοντό style!) και μετά τσεκάρουμε ένα ένα μάθημα με τη σειρά που αναγράφονται στο πρόγραμμά μας για να δούμε τι ακριβώς έχουμε να κάνουμε για αύριο».

Μόλις το αποδεχτούν (ή το πάρουν απόφαση τελοσπάντων), θεωρώ ότι έχουμε ήδη κερδίσει τη μισή μάχη.

Μπορούμε να το βάλουμε μπροστά αυτό το σύστημα, μαζί με τα παιδιά μας, σε μια στιγμή που τα πράγματα είναι ήρεμα και τα πηγαίνουμε καλά και, φυσικά, όχι κατά τη διάρκεια του καυγά.

Να τους πούμε ότι θα δοκιμάσουμε κάτι διαφορετικό από την επόμενη φορά με τα διαβάσματα που θα κάνει τα πράγματα καλύτερα και πιο εύκολα για όλους. Και θα εξηγήσουμε.

Θα τους εξηγήσουμε ότι υπάρχει χρόνος για φαγητό, για μαθήματα, και σίγουρα υπάρχει και ελεύθερος χρόνος. Αλλά πρέπει να έχουμε στο νου μας αυτό: ο ελεύθερος χρόνος ξεκινά μετά την ολοκλήρωση των υποχρεώσεων.

Δεν μπορούμε να τους κάνουμε έτσι από το πουθενά να νοιάζονται. Οπότε αυτό που μπορούμε να κάνουμε είναι να εστιάσουμε σε αυτό που θα βοηθήσει τη συμπεριφορά τους να βελτιωθεί.

Να μην επικεντρωνόμαστε στη στάση τους, όσο στη γενικότερη εικόνα.

Να θέσουμε όρια και συγκεκριμένους κανόνες, να σεβαστούμε τις ατομικές επιλογές τους και να τα βοηθήσουμε να παρακινήσουν τον εαυτό τους.

Να μείνουμε συγκεντρωμένοι στο δικό μας ρόλο, που είναι να βοηθήσουμε τα παιδιά με τις εργασίες τους και όχι να τις κάνουμε αντί για αυτά.

Να κάνουμε ένα διάλειμμα όταν τα πράγματα δυσκολεύουν. Να αφιερώσουμε λίγα λεπτά για να ηρεμήσουμε και να αφήσουμε τα παιδιά μας να κάνουν το ίδιο, προλαβαίνοντας την «καταιγίδα».

Να σκεφτόμαστε τους δικούς μας στόχους, τι εμείς θέλουμε να πετύχουμε και με ποιο τρόπο θα το καταφέρουμε.

Να κάνουμε λίγο πίσω και να τα αφήσουμε να κάνουν τις δικές τους επιλογές, να αναλάβουν τις δικές τους ευθύνες.

Δεν είναι αγώνας εξουσίας. Κάποια παιδιά μπορεί να «τα παρατήσουν» σκόπιμα μόνο για να δείξουν στους γονείς τους «ποιος είναι ο επικεφαλής». Άλλα παιδιά μπορεί να συμμορφωθούν για να απαλύνουν το άγχος των γονιών τους, αλλά στο τέλος δε θα μάθουν να κάνουν τις δικές τους επιλογές.

Να μην είμαστε οργισμένοι ή επικριτικοί, απλώς να ρωτήσουμε με ειλικρίνεια «Πώς μπορώ να σε βοηθήσω;».

Γιατί είμαι ένας γονιός με νεύρα;

Αν με ρωτούσες πριν γίνω μαμά (ακόμα και πριν κάνω μόνιμη σχέση), θα σου έλεγα ότι εννοείται πως πάντα είμαι ήρεμη και δεν υψώνω καθόλου εύκολα τη φωνή μου και ότι πάντα μπορείς να συγκρατήσεις τα νεύρα σου, το θυμό σου.

Χρειάστηκε να ζήσω μαζί με τον άνθρωπό μου και μετά να κάνω τρία παιδιά για να πάρω την απάντηση «δε γίνεται αυτό, καλή μου, αθώα, Βάσω. Δεν μπορείς να τα συγκρατήσεις. Πάρτο απόφαση!»

Και στην αρχή ένιωθα υπέροχα όταν μου έλεγαν όλοι (εκτός σπιτιού!) «αχ πόσο ήρεμα μιλάς στα παιδιά σου… τι γλυκιά μαμά που είσαι». Τώρα θα απαντήσω αμέσως «δε με έχεις δει στο σπίτι στο αληθινό ρινγκ!!!” 😁

Και αυτό είναι κάτι που δεν το περίμενε κανένας μας όταν έγινε γονιός.

Η μητρότητα (και η πατρότητα) είναι μια από τις μεγαλύτερες αλλαγές που μπορεί να βιώσει ένας άνθρωπος.

Ειδικά οι μαμάδες, το παρατηρούμε ακόμη και στο ίδιο μας το σώμα.
Η εγκυμοσύνη και η μητρότητα αλλάζουν ακόμα και τις δομές του εγκεφάλου μας, όπως μαθαίνουμε, κάνοντάς μας πιο συντονισμένες με τα παιδάκια μας. 

Η ταυτότητα κάποιου, που στο παρελθόν ήταν απόλυτα επικεντρωμένη στον εαυτό του, ξαφνικά και αμετάκλητα συνδέεται με έναν μικρό άνθρωπο έξω από τον εαυτό του. Είμαστε ακόμα εμείς – αλλά μέρος μας είναι -και θα είναι για πάντα- και «γονέας». Αυτή η νέα ετικέτα μπορεί να είναι αμήχανη, άβολη, σαν ένα νέο πουκάμισο που δεν έχει μαλακώσει αρκετά με το πλύσιμο. Δεν θα είμαστε ποτέ ξανά ο ίδιος άνθρωπος. Είναι μια σεισμική μετατόπιση που δεν μπορούμε να δούμε να έρχεται και μαζί της έρχονται κάθε είδους ευπρόσδεκτα, αλλά και ανεπιθύμητα συναισθήματα.

Η συγγραφέας Anne Lamott γράφει: «Υπάρχουν πραγματικά μέρη στην καρδιά που δεν γνωρίζετε καν ότι υπάρχουν μέχρι να αγαπήσετε ένα παιδί».  Υπάρχουν, ωστόσο, μέρη στην ψυχή μας που δεν είχαμε ιδέα ότι θα μπορούσαν να θυμώσουν τόσο πολύ, ακόμα και σε πράγματα που αργότερα φαίνονται τόσο ασήμαντα. Φυσικά, δεν ήμουν προετοιμασμένη για εκείνη την πλευρά μου πριν αποκτήσω τρία παιδιά, ένα γεμάτο σπίτι με πέντε άτομα.

Ως γονείς, πολλοί από εμάς μπορεί να νιώσουμε έντονο θυμό και να το αφήσουμε αυτό να περάσει και στα παιδιά μας. Μπορεί να νιώσουμε ενοχές και ντροπή γιατί φωνάξαμε στα ίδια παιδιά, για τα οποία θα δίναμε και τη ζωή μας ακόμα.

Η αγάπη και ο θυμός που συνδυάζονται δημιουργούν ένα μπερδεμένο μείγμα ενοχής, ντροπής και απογοήτευσης. Τύψεις, τύψεις και ξανά τύψεις και σκέψεις για το τι θα μπορούσαμε να κάνουμε διαφορετικά.

Και γιατί νευριάζουμε εύκολα και γιατί δεν κρατάμε την ψυχραιμία μας και γιατί φερόμαστε όπως φερόμαστε…


Κανένα συναίσθημα, όμως, δεν είναι κακό.

Ή μάλλον είναι ανθρώπινο, απόλυτα φυσιολογικό.

Και υγιές.


Ο θυμός πάντα βοηθούσε τους ανθρώπους να ξεσηκωθούν, να παλέψουν για την αδικία, να προστατέψουν τους αδύναμους και να αλλάξουν κατεστημένα που βλάπτουν τους άλλους. Το να νιώθουμε ένοχοι που έχουμε το συναίσθημα του θυμού είναι σαν να αισθανόμαστε ένοχοι που έχουμε χέρια – χρειαζόμαστε όλα τα μέρη του ανθρώπινου εαυτού μας.

Ωστόσο, το πώς λειτουργεί αυτός ο θυμός, μπορεί να είναι το «κακό».

Σίγουρα γνωρίζουμε καλά ότι το να θυμώνουμε με τα παιδιά μας ή με τον εαυτό μας δεν είναι η απάντηση, η λύση. 

Ποια είναι, λοιπόν, η λύση;

Το πρώτο βήμα για την αποκλιμάκωση του θυμού είναι το να κατανοήσουμε από πού προέρχεται και πώς εκδηλώνεται.

Υπάρχουν πολύ περισσότεροι λόγοι για τους οποίους θυμώνουμε από αυτούς που πιθανώς συνειδητοποιούμε. 

Κάποιοι «θυμοί» μας μπορεί να πηγάζουν από σωματικά αιτία ή και κοινωνικά.

1. Είμαστε κουρασμένοι…

Η έλλειψη ύπνου, για παράδειγμα, η εξάντλησή μας, σίγουρα παίζει σημαντικό ρόλο.

Όσο δύσκολη κι αν είναι η ανάπαυση όταν είμαστε γονιοί και ειδικά με μικρά παιδιά, τόσο σημαντική είναι. Και απαραίτητη.

Μπορούμε να πηγαίνουμε, ας πούμε, για ύπνο όσο το δυνατόν πιο νωρίς, «θυσιάζοντας» χρόνο σε οθόνες ή ακόμα και σε δουλειές στο σπίτι. Ή να βρίσκουμε μικρές στιγμές ανάσας μέσα στη μέρα.

Το να λέμε στον σύντροφό μας ότι χρειαζόμαστε λίγο χρόνο ίσως είναι δύσκολο για πολλούς γονείς, ειδικά για τις (νέες) μητέρες. 

Ένας τρόπος για να απαλλαγούμε από τον θυμό είναι να μιλάμε τακτικά με τον σύντροφό μας (ή κάποιον αγαπημένο μας φίλο) για τις σωματικές και ψυχικές μας ανάγκες και στη συνέχεια να σχεδιάζουμε πώς θα αποκτήσουμε αυτό που χρειαζόμαστε.

Γιατί και η κακή ψυχική υγεία είναι μια από τις αιτίες θυμού. Σε κάποιες περιπτώσεις, ο θυμός μπορεί να είναι σημάδι ακόμα και κατάθλιψης, άγχους, ή άλλων ιατρικών καταστάσεων για τις οποίες δεν πρέπει να κατηγορούμε τον εαυτό μας.

Ακόμα και η άσκηση και η διατροφή έχουν σημασία. Ακούγεται περίεργο; Άσχετο ίσως; Κι όμως, έχω διαπιστώσει προσωπικά πόσο ευεργετική μπορεί να είναι η άσκηση για τη διάθεσή μου. Σωματικά και ψυχικά είναι θεραπευτική.

Και δε χρειάζεται να χτυπιόμαστε στα γυμναστήρια ή να κάνουμε χιλιόμετρα. Ακόμα κι ένας χορός ή ένας γρήγορος περίπατος μπορούν να αλλάξουν τη διάθεσή μας! Γενικά, το self care (που λέγαμε και στο χωριό μου) είναι βασικό βήμα για ένα ήρεμο και ειρηνικό σπίτι.

2. Οι μη ρεαλιστικές προσδοκίες μας

Οι μη ρεαλιστικές προσδοκίες είναι ένα από αυτά που πολύ εύκολα μας δημιουργούν νεύρα. Προσδοκίες όχι μόνο για τον εαυτό μας, αλλά και προσδοκίες που έχουν οι άλλοι για εμάς.

Έχουμε αυτή την τέλεια οικογενειακή εικόνα στο κεφάλι μας και η υπάρχουσα κουλτούρα μάς την ενισχύει.  Πιστεύουμε ότι πρέπει να κάνουμε 30.000 δραστηριότητες με τα παιδιά μας, να κάνουμε διακοπές και να αγοράζουμε ρούχα όπως αυτά που βλέπουμε στα social media, να έχουμε διακόσμηση σπιτιού όπως όλοι στο Pinterest, να μαγειρεύουμε σούπερ υγιεινές συνταγές για τα «τέλεια περιποιημένα παιδιά μας» όπως βλέπουμε στο Instagram…

Όταν δεν εκπληρώνονται αυτές οι (μη ρεαλιστικές) απογοητευόμαστε, θυμώνουμε…

Ένα παιδί που «καταστρέφει» την οικογενειακή φωτογραφία λασπώνοντας το ρούχο του ή γκρινιάζοντας ή κάνοντας γκριμάτσες μπορεί ακόμα και να μας θυμώσει, κάποιες φορές.

Όταν τα παιδιά μου ήταν μικρότερα επέμεναν να φορέσουν στην πλατεία που πηγαίναμε για καφέ ακόμα και αποκριάτικη στολή. Κι εγώ έκανα σαν τρελή να τους πείσω να φορέσουν το πανέμορφο, branded σετάκι, γιατί θα γινόμουν ρεζίλι αν φορούσαν κάτι παράξενο ή παλιό.

Σκέφτηκα, όμως, στην πορεία πως αν δε φορέσουν τώρα ό,τι τους αρέσει, πότε θα τα φορέσουν; Και στο κάτω κάτω γιατί να τους βάλω σε διαδικασία να τους ενδιαφέρει τόσο πολύ η εμφάνισή τους; Περισσότερο μάλιστα από την άνεσή τους ή το προσωπικό τους γούστο. Όποιο κι αν είναι αυτό! 😁

Για να μάθω να «απελευθερώνω» τις προσδοκίες μου, έπρεπε να μάθω να βλέπω τα παιδιά, το σπίτι και τον εαυτό μου ως έργα σε εξέλιξη. Κάτι δυναμικό, που θα χαιρόμαστε κάθε βήμα και όχι κάτι που αλλάζει με ένα κλικ.  

Έπρεπε να συνειδητοποιήσω ότι οι άγνωστοι στα social media δε διαχειρίζονται τη ζωή μου και τις επιλογές μου – αυτό είναι κάτι που το διαχειρίζομαι εγώ και μόνο εγώ.

Γι’ αυτό και έχω σταματήσει να στήνω τις φωτογραφίες μου τόσο πολύ και αφήνω και τα παιδιά να είναι ο εαυτός τους. Ακόμα κι αν βγουν έξω με ρούχα 2 νούμερα μικρότερα!!😂

Η κριτική των ανθρώπων είναι αυτή που μας πληγώνει περισσότερο.

Εάν δεν είμαστε προετοιμασμένοι να αντιδράσουμε θετικά, μπορεί να είναι εύκολο να «μας γυρίσει το μάτι ανάποδα» και να βάλουμε το άτομο αυτό στην black list μας.

Η αμηχανία συχνά μεταφράζεται σε θυμωμένες αντιδράσεις απέναντι στα παιδιά που φαίνεται να προκαλούν την ντροπή μας.

Πολλές φορές όταν τα παιδιά μου ήταν μικρά ένιωσα το τσίμπημα αυτό από ένα τυχαίο σχόλιο, το οποίο εισέπραττα ως επίθεση στη δική μου ικανότητα ως μαμάς. Και μπορεί να νευρίαζα με τα παιδιά μου που δε μιλούσαν όταν τα ρωτούσαν το όνομά τους ή όταν δεν ήθελαν να φύγουμε και αντιδρούσαν άσχημα. Έπρεπε να είμαι γενναία και με αυτοπεποίθηση να πω ότι αυτές ήταν οι επιλογές μας. Δεν είμαστε τέλειοι.
Αν η κριτική ήταν έγκυρη, έμαθα να λέω «συγγνώμη» για οποιαδήποτε συμπεριφορά που έβλαψε τους άλλους ή τους έφερε σε δύσκολη θέση.

Οι προσδοκίες ενός άλλου ατόμου, όμως, για το τι πρέπει να κάνω ως γονέας δεν έπρεπε να με ξαναπασχολήσουν. Δεν πρέπει να επιτρέπω (γιατί ακόμα δεν το έχω κατακτήσει πλήρως) τη διαφορετικότητά μου με το άτομο αυτό να με κάνει να θυμώσω με τα παιδιά μου.

Όταν προκύψει μια κατάσταση που αρχίζει να μας κάνει να νιώθουμε θυμό, μπορούμε να πάρουμε μια ανάσα και να κάνουμε στον εαυτό μας μερικές ερωτήσεις, όπως:

Πόσο σημαντικό θα είναι αυτό σε πέντε χρόνια;

Τι έχει σημασία αυτή τη στιγμή;

Είναι ρεαλιστικό αυτό που περιμένω αυτή τη στιγμή;

Γιατί το περιμένω;

Ποιο είναι το χειρότερο ή το καλύτερο που μπορεί να συμβεί εδώ;


3. Το πολυάσχολο πρόγραμμά μας

Μια άλλη αιτία θυμού στους γονείς είναι το γεμάτο πρόγραμμα και η πολυάσχολη ζωή μας.
Συχνά νιώθω άγχος αν το σπίτι μου είναι ακατάστατο, αν οι εκκρεμότητές μου «ξεχειλίζουν» από το ημερολόγιό μου ή αν δεν μπαίνω καν στη διαδικασία να τα καταγράψω από το άγχος ότι δε θα τα καταφέρω…

Αν και άργησα να το συνειδητοποιήσω, αυτό από μόνο του είναι αρκετό για να έχω μόνιμα νεύρα!! Προσπαθώ ακόμα να το λύσω οργανώνοντας τα πράγματά μας, το πρόγραμμά μας και κάνοντας πολύ καλή διαχείριση χρόνου. 
Το να λέω όχι σε ορισμένα πράγματα σίγουρα με βοηθάει να κρατώ τις ισορροπίες. Αυτό μπορεί να σημαίνει:

Λιγότερες υποχρεώσεις στο ημερολόγιό μας – Όχι σε μια ακόμη δραστηριότητα

Μινιμαλισμός στο σπίτι, στα πράγματά μας και συχνό decluttering (ξεκαθάρισμα) – Όχι σε ένα ακόμη παιχνίδι ή συσκευή


Η απλοποίηση προγράμματος και σπιτιού σίγουρα μας βοηθά να είμαστε πιο ήρεμοι όταν είμαστε αγχωμένοι από το χάος γύρω μας.

Σβήνουμε ειδοποιήσεις στο κινητό, αφήνουμε ακόμα και εντελώς κινητό και οθόνες, μαθαίνουμε να λέμε όχι, να «παίρνουμε το χρόνο μας”.

Κατά τη διάρκεια της πρώτης καραντίνας έμαθα για την αξία του slow livingκαι αναρωτήθηκα, καθώς επιστρέφαμε σιγά σιγά στο «φυσιολογικό», αν όντως θέλω πίσω το παλιό μου φυσιολογικό…

Μπορώ να επιλέξω να απαλλαγώ από κάποιες δραστηριότητες, παιχνίδια ή πλάνα, ώστε να έχουμε όλοι χώρο και χρόνο; Ναι, μπορώ.

4. Δεν έχουμε αποφασίσει πώς πρέπει να φερθούμε

Όταν δεν έχουμε αποφασίσει πώς πρέπει να αντιμετωπίσουμε μια κατάσταση, πολλές φορές αντιδρούμε με το «θυμικό» μας, αντιδρούμε συναισθηματικά. Μπορεί να έχουμε τις καλύτερες των προθέσεων να πειθαρχήσουμε ήρεμα τα παιδιά μας, αλλά όταν κάνουν κάτι που δεν επιτρέπεται, οι προθέσεις αυτές εξατμίζονται και μετατραπόμαστε στον Hulk!

Γιατί; Γιατί δεν είχαμε προγραμματίσει τι θα κάναμε όταν θα γινόταν το συγκεκριμένο συμβάν.


Ειδικά για τους γονείς που πρέπει να φαίνεται πάντα στα παιδιά ότι έχουν κοινή γραμμή, το να έχουμε ένα συμφωνημένο σχέδιο για το όταν ένα παιδί δεν υπακούει, μάς βοηθάει να κάνουμε ένα βήμα πίσω και να ελέγξουμε τα έντονα συναισθήματά μας. Χτύπησες την αδερφή σου; Δε μαζέψατε τα παιχνίδια σας; (Τι συμφωνήσαμε ότι θα συνέβαινε αν το κάνανε αυτό; Ποια είναι η συνέπεια;)

Ένα καλό σχέδιο απαιτεί συνέπεια και συνέχεια.

Επιπλέον, πιστεύω πως είναι σημαντικό (και υγιές) να δίνουμε στα παιδιά μας το βάρος να επιλέγουν τις δικές τους συνέπειες, να είναι υπεύθυνα για τις πράξεις τους. «Αν δεν ντυθείς γρήγορα, θα αργήσεις και θα πρέπει να εξηγήσεις στη δασκάλα σου γιατί άργησες.» ή «Επειδή δε σηκώνεσαι στην ώρα σου, δε θα σε ξαναξυπνήσω. Θα βάζεις μόνος σου ξυπνητήρι.».

Είναι πολύ σημαντικό να μην προσπαθούμε να λύσουμε το πρόβλημά τους αντί γι ‘αυτά και να τα ενθαρρύνουμε να βρουν από μόνα τους καλές λύσεις.

Να είμαστε περίεργοι, όχι θυμωμένοι, για το τι προκαλεί τη συμπεριφορά τους κάθε φορά.

Τις περισσότερες φορές, το συναίσθημα που κρύβεται πίσω από τον θυμό μας είναι ο φόβος. Αυτός μας οδηγεί να επιπλήξουμε γρήγορα ένα παιδί που «ξέφυγε»…

Ίσως φοβόμαστε την αποτυχία ή νιώθουμε αμήχανα που θυμώσαμε εύκολα και δεν ξέρουμε πώς να το διαχειριστούμε.

Σίγουρα, δεν είμαστε μόνο εμείς «θυμωμένη μαμά». Και σίγουρα μπορούμε να αλλάξουμε λίγο αυτήν την πορεία από το χάος στην ηρεμία.

Καθένας μας είναι διαφορετικός σαν γονιός, οπότε πρέπει να βρούμε μόνοι μας τι είναι αυτό που δουλεύει καλύτερα με εμάς. Το σημαντικό είναι το πρώτο βήμα, δηλαδή να συνειδητοποιήσουμε ότι θυμώνουμε λίγο παραπάνω από το «κανονικό».


Πρέπει να πάρουμε το χρόνο μας, να μην αντιδράσουμε σε πρώτο χρόνο.


Αν βοηθάει, ας πάρουμε βαθιές ανάσες και να μετρήσουμε μέχρι το δέκα. (αυτό το λέω και στα παιδιά μου όταν θυμώνουν: 3 βαθιές ανάσες και μετράμε μέχρι το 10)

Να αναρωτηθούμε τι θέλουμε να καταφέρουμε. Να έχουμε στο νου μας ότι στόχος μας είναι να μάθουν τα παιδιά από τις συνέπειες της πράξης τους και όχι να τα εκδικηθούμε που δεν έπραξαν σωστά.

Να μιλήσουμε όσο ήρεμα μπορούμε.

Να νιώσουν την αποφασιστικότητα και τη σιγουριά μας. Να μην επηρεαζόμαστε από το πώς νιώθουμε. Να μη νιώσουν τα παιδιά ότι επηρεάζουν τις αντιδράσεις και τη συμπεριφορά μας, ότι έχουν τέτοια δύναμη πάνω μας.

Να γνωρίζουν ότι υπάρχει συγκεκριμένο σχέδιο και συγκεκριμένη συνέπεια για κάτι που θα κάνουν (και ανάλογη με τη σοβαρότητα της πράξης ή της συμπεριφοράς τους) για να γίνουν υπεύθυνα παιδιά και υπεύθυνοι ενήλικες, αλλά και να νιώθουν ότι είμαστε πάντα δίπλα τους και τα αγαπάμε…

Καλή δύναμη και αγωνιστικούς χαιρετισμούς!

Τα παιδιά που (δε) λένε ευχαριστώ

Σήμερα θα γράψω για τη σημασία της ευγνωμοσύνης στα παιδιά. Κάθε εβδομάδα όλο και κάτι θα τύχει και θα μου δώσει την αφορμή να γράψω, κάτι θα τύχει και θα βρω θέμα για το άρθρο της Πέμπτης. (Ή της Παρασκευής, βρε αδερφέ… 😁)

Πόσο μα πόσο σημαντική η ευγνωμοσύνη στη ζωή μας. Ακούμε συνέχεια ότι πρέπει να είμαστε ευγνώμονες με όσα έχουμε, ότι είναι βασική προϋπόθεση ώστε να βρούμε την ευτυχία, ότι είναι το κλειδί μιας ζωής θετικής και χαρούμενης.

Τα παιδιά μας, όμως, δυσκολεύονται να εκφράζουν την ευγνωμοσύνη τους, να λένε ευχαριστώ, να δείχνουν ότι εκτιμούν κάτι που τους προσφέρεται.

Κάθε φορά που τους δίνουν ένα δώρο, κάθε φορά που είναι κάπου φιλοξενούμενοι, νιώθω ότι πρέπει να τους θυμίσω να πουν ευχαριστώ. Και ακούω πολλούς γονείς που, σαν εμένα, είναι εκνευρισμένοι που το παιδί τους δεν λέει ευχαριστώ από μόνο του ή δεν εκτιμά τα προνόμια ή τα δώρα. Το αντίθετο μάλιστα. Τα θεωρεί δικαιώματά του.

Ωστόσο, η επιθυμία έκφρασης ευγνωμοσύνης και η ικανότητα να το κάνουν δεν έρχονται φυσικά στα παιδιά.

Ξεκινώντας από νεαρή ηλικία, αυτές οι δεξιότητες πρέπει να διδάσκονται και στη συνέχεια να ενισχύονται τακτικά. Και αξίζει πραγματικά τον κόπο.

Είναι βασική δεξιότητα για τη μετέπειτα ζωή του.

Το να αισθανόμαστε και να εκφράζουμε ευγνωμοσύνη έχουν συσχετιστεί με την ευτυχία, την αισιοδοξία και τις καλύτερης ποιότητας σχέσεις, καθώς και με τη σωματική και ψυχική υγεία. Με άλλα λόγια, όταν επενδύουμε το χρόνο μας και κάνουμε την προσπάθεια να διδάξουμε στο παιδί μας την αξία της εκτίμησης και της ευγνωμοσύνης, όχι μόνο θα το παρατηρήσουν και άλλοι, αλλά θα τους οπλίσουμε με συναισθηματική δύναμη. Αυτό θα βελτιώσει την ποιότητα ζωής τους, τώρα και στο μέλλον.

Τα παιδιά, οι έφηβοι και ακόμη και οι νεαροί ενήλικες είναι αναπτυξιακά εγωκεντρικοί.

Ναι, ισχύει. Δεν είναι η προσωπική μου άποψη. Το έχω διαβάσει. (Μη με ρωτήσεις πού, δε θυμάμαι).

Βλέπουν τον κόσμο κυρίως από τη δική τους σκοπιά μέχρι να τους προσφερθεί καθοδήγηση για το πώς να το δουν από την οπτική γωνία του άλλου. Το σχολείο είναι ένα εξαιρετικό μέρος για να μάθουν τα παιδιά ευγνωμοσύνη και ενσυναίσθηση. Ωστόσο, όταν πρόκειται για την ανατροφή συναισθηματικά υγιών παιδιών, οι γονείς έχουν μεγαλύτερο αντίκτυπο από οποιονδήποτε άλλο στο παιδί:

Μπορούμε, λοιπόν, να γίνουμε εμείς το σωστό πρότυπό τους.

Το παιδί μας δίνει πολύ μεγαλύτερη προσοχή στη συμπεριφορά μας από ό, τι στις συμβουλές μας, το έχουμε καταλάβει. Οπότε είναι σημαντικό να κάνουμε πράξη αυτό που ζητάμε. Να μιλήσουμε ανοιχτά για την εκτίμηση της καλοσύνης των άλλων και να λέμε συχνά ευχαριστώ, ακόμη και για μικρά πράγματα.

Ο άντρας μου έχει αναλάβει συγκεκριμένες υποχρεώσεις του σπιτιού, αλλά ποτέ δεν το θεωρώ δεδομένο.Τον ευχαριστώ κάθε φορά και λέω στα παιδιά ότι είμαι πολύ τυχερή και ευγνώμων που έχω ένα σύντροφο που με σκέφτεται και με φροντίζει. Το ίδιο κάνει κι εκείνος.

Αυτός ο τρόπος καθημερινής έκφρασης ευγνωμοσύνης θεωρώ ότι στέλνει ένα ισχυρό μήνυμα στα παιδιά ότι η εκτίμηση είναι αναπόσπαστο μέρος όλων των σχέσεων και αυτό δεν προορίζεται μόνο για τη λήψη δώρων.

Μπορούμε να προετοιμαστούμε εκ των προτέρων – κάθε φορά.

Αν πηγαίνουμε, για παράδειγμα, σε πάρτι ή σε μια οικογενειακή συγκέντρωση που φοβόμαστε ότι μπορεί να είναι βαρετή για τα παιδιά, να τους υπενθυμίσουμε να χαμογελάσουν, να πουν ευχαριστώ και να ξεκινήσουν συνομιλία, ανεξάρτητα από το πώς αισθάνονται. Η αγενής συμπεριφορά θα πληγώσει τα συναισθήματα του οικοδεσπότη και θα μας φέρει σε δύσκολη θέση.

Παρομοίως, αν διοργανώνουμε πάρτι γενεθλίων για το παιδί μας, πριν ανοίξει μια στοίβα δώρων μπροστά στους προσκεκλημένους, πρέπει να προετοιμάσουμε το παιδί μας -ανεξάρτητα από τα αληθινά συναισθήματά του για το κάθε δώρο- να πει ευχαριστώ σε κάθε έναν ξεχωριστά. Να του υπενθυμίσουμε του ότι οι συζητήσεις σχετικά με τυχόν επιστροφές και αλλαγές θα τις αφήσουμε για αργότερα.

Ίσως θα μπορούσαμε να μάθουμε στα παιδιά μας χειροπιαστά την αξία του ευχαριστώ με ευχαριστήρια σημειώματα και κάρτες.

Πολλοί γονείς ίσως πιστεύουμε ότι χρειάζεται πάρα πολύ προσπάθεια από ένα παιδί για να γράψει ένα ευχαριστήριο σημείωμα ή θεωρούμε τα παιδιά μας πολύ απασχολημένα για να τους επιβαρύνουμε με άλλη εργασία ή ίσως απλά να πιστεύουμε ότι οι γραπτές ευχαριστίες είναι ξεπερασμένες. Αλλά θα μπορούσαμε να τους δώσουμε απλά την ευκαιρία και να δούμε πώς θα ανταποκριθούν.

Πρέπει να τους διδάξουμε ότι πόσο μεγάλη αξία έχουν η γενναιοδωρία και τα συναισθήματα των άλλων ανθρώπων και ότι τα δώρα δεν είναι δικαιώματα.

Η διδασκαλία της ευγνωμοσύνης και της εκτίμησης δεν είναι πάντα εύκολη.

Χρειάζεται επαγρύπνηση και μπορεί συχνά να δημιουργεί προστριβές με το παιδί μας.

Το να μεγαλώσουμε, όμως, παιδιά που θα εκτιμούν, θα νοιάζονται για τα συναισθήματα των άλλων και θα νιώθουν ευγνωμοσύνη για τα καλά που συμβαίνουν στη ζωή τους, αξίζουν όλες τις προσπάθειές μας.

Το μυστικό για εξορμήσεις με τα παιδιά

Βγαίνουμε έξω με τα παιδιά μας πολύ. Το να είμαστε ενεργοί προσπαθούμε να είναι μέρος της οικογενειακής μας ζωής. Προσπαθούμε τα παιδιά μας, ηλικίας 3, 8 και 9 ετών, να περπατούν ή να κάνουν ποδήλατο ή πατίνια όσο συχνότερα γίνεται και όσα Σαββατοκύριακα μπορούμε (ή στις διακοπές) κάνουμε κάποιες υπαίθριες περιπέτειες ανάλογα με την ηλικία τους (και το δικό μας κουράγιο).

Αλλά δεν ήμασταν έτσι από την αρχή της πορείας μας ως γονείς. Κι έχουμε δρόμο μπροστά μας.

Δεν μπορώ να πω ότι είμαστε υπερπροστατευτικοί, αλλά, αυτό που διαπιστώσαμε είναι ότι δεν είχαμε εκτιμήσει τη μεγάλη αξία αυτών των «περιπετειών», των εξορμήσεών μας για τα παιδιά μας, αλλά και για εμάς τους ίδιους.

Έχουμε στο περιβάλλον μας φίλους που δε διστάζουν να κάνουν μέχρι και ορεβασία και δύσκολες αναβάσεις με τα παιδιά τους από τη …βρεφική ηλικία και τα παιδιά έχουν μάθει να κάνουν ποδήλατο, σκι, πεζοπορίες, κολύμπι και να κουβαλάνε το δικό τους σακίδιο ανεξάρτητα από την πολύ νεαρή ηλικία τους.

Και δεν υπάρχει κάποιο μυστικό για αυτό.
Ούτε τα παιδιά αυτά έχουν γεννηθεί με περισσότερη άνεση και ταλέντο σε αυτές τις δραστηριότητες.

Το μόνο «μυστικό» είναι ότι τους έδωσαν επανειλημμένα ευκαιρίες και αφιέρωσαν χρόνο για να τους επιτρέψουν να εξελιχθούν σε αυτές τις δραστηριότητες με το δικό τους ρυθμό.

Αυτοί οι γονείς έδωσαν από το χρόνο τους αρκετές ώρες υπομονετικά, και μερικές φορές ίσως όχι τόσο υπομονετικά, να τους καθοδηγήσουν, να τους ενθαρρύνουν και τους περιμένουν.

Τα παιδιά έχουν αφιερώσει πολλές ώρες να εξασκούν τις δεξιότητες, την κοινωνικότητά τους και την αυτοπεποίθησή τους, αλλά και να μαθαίνουν από τα λάθη τους.

Και το έκαναν όσο εμείς οι άλλοι γονείς μπορεί να λέγαμε «μα γιατί τα παίρνετε παντού μαζί σας; Δε θέλετε να μείνετε λίγο μόνοι σας;»

Και αυτό δεν είναι εύκολο. Το ζευγάρι παραμερίζει προσωπικές του ώρες μαζί, οι δυο τους, για να αναπτυχθούν με αυτό τον τρόπο τα παιδιά του. Αλλά το κάνει με χαρά και όχι με την έννοια της θυσίας. Προσαρμόζει τη σχέση του με αυτή την επιλογή. Δε θυσιάζει τη σχέση του. Η σχέση του δυναμώνει γιατί περνούν μαζί όλη αυτή τη διαδικασία.

Ως γονείς, πρωταρχική δουλειά μας, πιστεύω πως είναι να προωθήσουμε την ανάπτυξη και την ανεξαρτησία, τελικά, των παιδιών μας.

Για να γίνει αυτή η ανάπτυξη, οι άνθρωποι πρέπει να ξεφύγουν εκτός της ζώνης άνεσής τους (#comfortzone). Τόσο πολλές βασικές δεξιότητες στη ζωή μας αποκτώνται και ενισχύονται με αυτό τον τρόπο.

Μερικά παιδιά είναι φυσικά πιο τολμηρά και μπορεί να χρειαστεί να δοθούν περισσότερα όρια και άλλα μπορεί να είναι πιο απρόθυμα και να χρειάζονται περισσότερη πείρα πριν κάνουν το επόμενο βήμα.

Το να γνωρίζουμε καλά τα παιδιά μας, το πώς θα τα παρακινήσουμε και πώς και πότε να τα προκαλέσουμε είναι όλες σημαντικές δεξιότητες για εμάς τους γονείς. Δεν το εκτελούμε πάντα τέλεια, αλλά η γονική μέριμνα είναι μια «ατελής επιστήμη» και το να βγούμε έξω και να κάνουμε κάτι είναι πάντα καλύτερο από το τίποτα.

Θα προσπαθήσω να καταγράψω όσα έχω διαπιστώσει ότι βοηθάνε με την πολύ μικρή μου εμπειρία στο θέμα:

1. Κάποια στιγμή σίγουρα θα κρυώσουν, θα ζεσταθούν, θα κουραστούν, θα πεινάσουν ή θα έχουν πολλάάάάά άλλα παράπονα. Μπορεί ακόμη και να έχουν και ξεσπάσματα. Ο φόβος για αυτό δεν πρέπει να μας αποθαρρύνει από το να κάνουμε κάτι μαζί τους. Το ότι θα μάθουν να έρθουν αντιμέτωπα με τα προβλήματα και την επίλυσή τους θα τους δημιουργήσει δεξιότητες ανθεκτικότητας, αντοχής, διαχείρισης και αντιμετώπισης που θα τους φανούν περισσότερο από χρήσιμες.

2. Να δώσουμε στα παιδιά μας επιλογές, να τα υποστηρίξουμε και να τα αφήσουμε να δουν τις συνέπειες των ενεργειών τους. Μαθαίνουμε περισσότερα από τις αποτυχίες και τα λάθη μας παρά όταν είμαστε προστατευμένοι από τις συνέπειες. Θα αποκτήσουν αυτοπεποίθηση και θα μάθουν να είναι πιο αυτοδύναμα.

3. Να ορίζουμε μικρές προκλήσεις, μικρούς στόχους για τα παιδιά μας. Όταν τις πετυχαίνουν, τους δίνει αυτοπεποίθηση και τους παρακινεί να κάνουν περισσότερα.

4. Να κρατάμε τα πράγματα διασκεδαστικά και μην τα πιέζουμε πάρα πολύ. Να είμαστε ευέλικτοι και πρόθυμοι να αλλάξουμε σχέδια όταν είναι απαραίτητο. Εάν είναι μια καλή εμπειρία, θα θέλουν να το ξανακάνουν. Εάν δεν είναι διασκεδαστικό, ή τα πιέζουμε για να αντποκριθούν στο πλάνο που έχουμε εμείς στο κεφάλι μας, δε θα απολαμβάνουν τη δραστηριότητα ή, ακόμη χειρότερα, θα αποφασίσουν ότι δε θέλουν να το ξανακάνουν.

5. Μπορούμε να βρούμε «φίλους περιπέτειας» για τα παιδιά μας – αυτούς που τους αρέσει να κάνουν τις ίδιες δραστηριότητες. Ακόμα κι αν δεν είναι στο ίδιο επίπεδο, αυτή η «ανισορροπία» δεξιοτήτων μπορεί επίσης να είναι πολύ χρήσιμη. Εάν τα άλλα παιδιά είναι ελαφρώς πιο εξειδικευμένα από τα παιδιά μας, θα παρακινήσουν τα παιδιά μας να ακολουθήσουν και να γίνουν καλύτερα. Εάν το παιδί μας είναι ελαφρώς πιο εξειδικευμένο, μπορεί να ενεργεί ως «μικρός καθοδηγητής». Αυτός είναι ένας πολύ καλός τρόπος για να ενισχύσουν την αυτοπεποίθησή τους και την υπερηφάνεια για τις δεξιότητες και τα επιτεύγματά τους.

Τα παιδιά είναι πιο δυνατά και πιο ανθεκτικά από ό, τι μερικές φορές πιστεύουμε.

Να μην υποτιμάμε τις ικανότητές τους και πραγματικά πιστεύω ότι θα εκπλαγούμε με το τι επιτυγχάνουν μόνα τους όταν τους δοθεί η ευκαιρία.

Ελπίζω πραγματικά ότι τα παιδιά μας θα συνεχίσουν να κάνουν υπαίθριες δραστηριότητες, χωρίς φυσικά να το απαιτήσω, επειδή αρέσει σε εμάς τους γονείς.

Αυτό που πραγματικά θέλω είναι να βρουν αυτό για το οποίο είναι παθιασμένοι και να το επιδιώξουν. Πιστεύω ότι οι δεξιότητες και τα διδάγματα που αποκτώνται από τις μικρές περιπέτειες στη φύση θα τους βοηθήσουν να εξελιχθούν σε ενήλικες με αυτοπεποίθηση και αποφασιστικότητα, κοινωνικούς και δυναμικούς, και τελικά θα τους βοηθήσουν να ακολουθήσουν όποιο δρόμο επιλέξουν.

Πώς πήγαν οι διακοπές με 3 Παιδιά

Γράφω την ανάρτηση της Πέμπτης από την ξαπλώστρα μου…

Φέτος ήταν η πρώτη φορά που πήγαμε διακοπές οι πέντε μας. Σήμερα είναι η τελευταία μας μέρα και ήθελα έτσι απλά να γράψω κάποιες σκέψεις μου.

Η κόρη μας είναι 9 ετών, ο μεγάλος μας γιος σχεδόν 8 και ο μικρός μας 3 και κάτι.

Είμαστε σε μια περίεργη φάση στην επικοινωνία μας με τα μεγάλα μας παιδιά, αφού οι τσακωμοί τους είναι πάρα πολύ συχνοί. Νιώθουμε τόσο τη διαφορά της κόρης μας που μεγαλώνει και ωριμάζει σε σχέση με τον μόλις ενάμιση χρόνο μικρότερο αδερφό της, σε σημείο που, κάποιες φορές, με δυσκολία τον ανέχεται.

Προσπαθούμε, πλέον, να μην ανακατευόμαστε στους καβγάδες τους, ούτε να υποστηρίζουμε το μικρότερο, αφού κι αυτός πρέπει να μάθει να λύνει μόνος του κάποιες διαφορές και να μην περιμένει από εμάς.

Δεν είναι εύκολο. Ειδικά όταν ακούς μαλλιοτραβήγματα και μπουνιές. Τα έχουμε ξαναπεί αυτά.

Η ηλικία των 9 για την κόρη μας έχει φέρει αρκετές αλλαγές. Έχει αρχίσει και γνωρίζει, συνειδητοποιεί περισσότερο τους κανόνες της κοινωνικοποίησης, δημιουργεί πιο σταθερές φιλίες.

Επιδιώκει να «χώνεται» σε συζητήσεις μεγάλων και δεν της ξεφεύγει τίποτα από όσα ακούγονται μέσα στο σπίτι.

Βρίσκεται κάπου ανάμεσα στο παιδί και στην έφηβο κατά κάποιο τρόπο.

Έχει μάθει, ίσως επειδή είναι το πρώτο παιδί, ότι θα ασχοληθούμε μαζί της για να την ψυχαγωγήσουμε, ενώ τα αδέρφια της θα παίζουν με τις ώρες μόνα τους παρά τα σχεδόν 5 χρόνια που τα χωρίζουν. Θέλει να μπούμε μαζί στη θάλασσα, να παίξουμε επιτραπέζια παιχνίδια μαζί της, να κάνουμε τα πάντα μαζί.

Μέχρι ένα σημείο, έτρεχα από πίσω της και έκανα τον κλόουν, τον ψυχαγωγό, τη φίλη της.

Ξέρω, όμως, -όχι μόνο επειδή μου είναι βολικό και ξεκούραστο- ότι πρέπει να την αφήσω να βαρεθεί λίγο, να βρει τρόπους να περνά καλά, να προσαρμόζεται.

Η συνεισφορά του μικρού στις διακοπές, όμως, είναι ευεργετική. Θα κάνει αστεία που θα ελαφρύνουν το κλίμα για όλους μας και θα βοηθήσει να ξεχάσουμε γκρίνιες κλπ. Φυσικά, κι αυτός έχει τα δικά του, θα κουραστεί και θα ζητάει τον ουρανό με τα άστρα, αλλά στην ουσία δε θα ξέρει τι θέλει.

Αυτό που συνειδητοποιώ για άλλη μια φορά είναι πως όλα εξαρτώνται από τις προσδοκίες μας.

Φτάνοντας στον προορισμό μας, για να μην πω μπαίνοντας στο αυτοκίνητο, ξέρω πολύ καλά ότι πέντε απόψεις θα πρέπει να συμπορευθούν, ότι θα ακούσω «μαμά» κάθε πέντε δευτερόλεπτα, ότι θα έρχονται από πίσω μου σαν τα κλωσσόπουλα, ότι θα ζητάνε το επόμενο γεύμα με το που θα τελειώσουμε το προηγούμενο.

Δεν έχω αυταπάτες.

Είναι τρία παιδιά.

Και είναι σε ηλικία που μας χρειάζονται συνεχώς.

Κι αυτό είναι το ωραίο.

Σε κάποια χρόνια θα θέλουν περισσότερο τους φίλους τους. Ήδη, όπως είπα, η κόρη μας βαδίζει προς τα κει.

Πιθανώς, τότε, και να τους ενοχλούμε κιόλας.Θα χαρώ την κάθε στιγμή – όσο μου το επιτρέπει η υπομονή και η ψυχραιμία μου 😁 – και θα τους δώσω όσο πιο αξέχαστες αναμνήσεις μπορώ.

Θα τους ταξιδέψω σε εμπειρίες και εικόνες, να ανοίξουν τα μάτια και τα αυτιά τους, να τους φωτίσω το δρόμο.

Και μετά ας ξεκινήσουν τη δική τους διαδρομή ❤️.

Κάθε παιδί ψάχνει τη θέση του

Καθένας μας από τη στιγμή που γεννιέται ψάχνει να βρει τη θέση του.

Τη θέση του στην οικογένειά του, τη θέση του στο σχολείο, τη θέση του σε μια παρέα, τη θέση του στον κόσμο.

Ένα μέρος να ανήκει.

Ένα μέρος να το νιώθει σαν το σπίτι του.

Ένα μέρος που να νιώθει ασφαλής να ξεδιπλωθεί, να πει την αλήθεια του, να κάνει αυτό που αγαπά, να γίνει ο άνθρωπος που θέλει.

Όλοι μας χρειαζόμαστε ένα μέρος για να ανήκουμε.

Το να μην ανήκουμε κάπου μας δυσκολεύει στην πορεία μας, στη ζωή μας – στην καλύτερη περίπτωση- και – στη χειρότερη- δε μας αφήνει να ζήσουμε ευτυχισμένοι.

Η κοινωνιολογία χρησιμοποιεί τον όρο «κοινωνικό κεφάλαιο» (social capital) για να περιγράψει αυτό το δίκτυο των ανθρώπινων, αμοιβαίων, σχέσεων που επιτρέπει σε μια κοινότητα να λειτουργεί.

Όπως κι εμείς, έτσι και τα παιδιά μας χρειάζονται ένα «ειδικό» κοινωνικό κεφάλαιο για να γίνουν υγιείς ενήλικες.

Χρειάζονται άτομα στη ζωή τους που να επενδύουν σε αυτά χωρίς να περιμένουν τίποτα σε αντάλλαγμα.

Αυτό είναι που τους διδάσκει να φροντίζουν τον εαυτό τους και, τελικά, μια μέρα, να μάθουν να φροντίζουν και τους άλλους.

Η «φυλή» της οικογένειας

Ας σκεφτούμε την οικογένεια σαν μια φυλή, με μια κοινή γλώσσα, παραδόσεις, αξίες και πεποιθήσεις, μια κοινή ιστορία. Μια οικογένεια είναι μια από τις πιο θεμελιώδεις «φυλές» στη ζωή ενός παιδιού.

Μια υγιής οικογένεια μπορεί να χρησιμοποιεί μια κοινή γλώσσα όπως «Συγγνώμη» και «Παρακαλώ» και «Σ’αγαπώ, απλά και αληθινά, ό,τι κι αν κάνεις».

Μπορεί να έχει τις δικές της παραδόσεις όπως το Σάββατο βράδυ παραγγέλνουμε απ’έξω, το βράδυ δίνουμε ομαδική οικογενειακή αγκαλιά ή βάζουμε σε ένα βαζάκι ένα χαρτάκι όπου γράψαμε την καλύτερη στιγμή της ημέρας.

Μπορεί να έχει αξίες για το πόσο σημαντική είναι η συμβολή κάθε μέλους στην καθημερινότητά της ή για τη δύναμη της συγχώρεσης, την εκτίμηση και το σεβασμό στα άλλα μέλη ή τη δύναμη της αδερφικής συμμαχίας!

Ίσως να έχει και τη δική της ιστορία ή να προσπαθεί να δημιουργήσει μια νέα, δική της ιστορία.

Η δημιουργία της δικής σου ιστορίας και η ένταξή σου σε μια «φυλή» μπορεί να απαιτεί χρόνο. Χρειάζεται επένδυση στο κοινωνικό αυτό κεφάλαιο.

Δεν είναι μια εύκολη επένδυση.

Ακόμα και στην ίδια του την οικογένεια, κάθε παιδί ψάχνει τη θέση του.

Αναζητά τα ενδιαφέροντά του, τα βασικά στοιχεία του χαρακτήρα του, τις αγαπημένες του ασχολίες και συνήθειες, την αλήθεια του.

Είτε είναι το μικρότερο παιδί ή το μεγαλύτερο παιδί της οικογένειας, ή το μεσαίο παιδί (το παιδί-σάντουιτς) ο χαρακτήρας του διαμορφώνεται από όλη αυτή την αναζήτηση.

«Μα στο ίδιο σπίτι μεγάλωσαν…»

Και δεν είναι καθόλου περίεργο ή εντελώς τυχαίο το ότι τα παιδιά της ίδιας οικογένειας είναι κάποιες φορές τόσο διαφορετικά μεταξύ τους.

Ναι, στο ίδιο σπίτι μεγάλωσαν αλλά οι συνθήκες κάθε φορά ήταν διαφορετικές.

Όταν γεννήθηκε το πρώτο μας παιδί, ήμασταν πρωτάρηδες και ίσως ψαρωμένοι, στο δεύτερο ήμασταν πιο συνειδητοποιημένοι, οπότε ίδιοι με την πρώτη φορά δεν ήμασταν σίγουρα.

Στο τρίτο παιδί, ίσως πήραμε το «κολλάει», ήμασταν πιο χαλαροί, πιο άνετοι, λιγότερο αγχωμένοι.

Κάθε παιδί έχει να αντιμετωπίσει τους γονείς που με τα χρόνια εξελίσσονται και γίνονται πιο έμπειροι, οπότε αλλάζει και η συμπεριφορά τους και την παρουσία (ή όχι) άλλων παιδιών τα οποία, στην αρχή τουλάχιστον, είναι συνήθως σαν την «κυρίαρχη φυλή» που θες να «πάρεις τη θέση της» και όχι να συμμαχήσεις μαζί της.

Το παιδί ψάχνει τη θέση του. Μπορεί να μπει μια ταμπέλα από το γονιό (το μικρό μας, το γκρινιάρικό μας, ο αθλητής μας, ο καλλιτέχνης μας, το ζωηρό μας) και το παιδί να την αποδεχτεί.

Το αδερφάκι του μπορεί ασυναίσθητα να σκεφτεί ότι μόνο ένας ζωηρός χωράει στην οικογένεια ή ένας μόνο αθλητής, οπότε εγώ που δεν μπορώ πχ να τρέξω τόσο γρήγορα και δε θα φτάσω ποτέ τον αδερφό μου, θα προσπαθήσω να γίνω καλός στη μουσική ή να διαβάζω περισσότερο για το σχολείο.

Στο σχολείο και στις παρέες τους που η αίσθηση της ασφάλειας ίσως δεν είναι τόσο έντονη, θα έρθουν πολλά σκαμπανεβάσματα στις σχέσεις τους. Θα υπάρξουν στιγμές που θα νιώσουν οι πιο σημαντικοί άνθρωποι στον κόσμο, θα τσακωθούν, θα έρθουν σε δύσκολη θέση, ίσως νιώσουν παραμελημένοι, ίσως αλλάξουν πολλές φορές παρέα.

Η αίσθηση του ανήκειν είναι ένα από τα πράγματα που θα καθορίσουν τη δημιουργία ενός ευτυχισμένου περιβάλλοντος για τα παιδιά.

Μαγικά κόλπα και συνταγές δεν υπάρχουν για τους γονείς.

Τα παιδιά μας αναγκαστικά πιθανώς να περάσουν όλα τα στάδια. Δεν μπορούμε να τα προφυλάξουμε από δυσάρεστα συναισθήματα.

Αυτό που μπορούμε να κάνουμε -και το λέω έχοντας στο μυαλό μου τις δικές μου εμπειρίες σαν παιδί και τις λίγες σαν μαμά- είναι να έχουμε σταθερές και θετικές σχέσεις με τα παιδιά μας, συνεπή επικοινωνία μαζί τους και ένα ασφαλές περιβάλλον.

Θα πρέπει να ευνοούμε την αλληλεπίδραση με άλλους και την πρόσβαση σε δραστηριότητες και ερεθίσματα (παιχνίδια, μουσική και υλικό ανάγνωσης).

Οι δραστηριότητες αυτές μπορούν να δομηθούν γύρω από συγκεκριμένες προτιμήσεις και, έτσι, τα παιδιά να επιθυμούν να συμμετέχουν πιο αποτελεσματικά.

Και η ρουτίνα δημιουργεί ένα αίσθημα ασφάλειας στα παιδιά: το να έχουν μια καθορισμένη καθημερινότητα και να γνωρίζουν περίπου τι θα συμβεί.

Για την ενίσχυση των κοινωνικών τους δεξιοτήτων, απαραίτητη είναι η αλληλεπίδραση με τους ενήλικες, των οποίων τις κινήσεις τα παιδιά θα παρατηρήσουν και θα κατανοήσουν. Αν εγώ διστάζω να μιλάω με άλλους ή δε συναναστρέφομαι με άλλους και συνέχεια δείχνω απογοητευμένη και νευριασμένη με τους γύρω μου, το παιδί πιθανώς να αντιγράψει αυτή τη συμπεριφορά.

Η γνώση των παιδιών και η κατανόηση των χαρακτήρων είναι αυτή που μας επιτρέπει να αλληλεπιδρούμε με αυτά με ευαισθησία και να διασφαλίζουμε ότι αισθάνονται πάντα ασφαλείς.

Οι ανάγκες και τα συναισθήματα διαφέρουν πολύ μεταξύ των παιδιών, οπότε εννοείται πως πρέπει να είμαστε όσο το δυνατόν πιο ευαίσθητοι απέναντι σε κάθε παιδί.

Να σεβόμαστε και να προσπαθούμε να κατανοήσουμε τα συναισθήματά τους.

Να ενθαρρύνουμε την αίσθηση της κοινότητας – είτε είναι μέσα στην οικογένεια είτε στο σχολείο είτε οπουδήποτε, η κοινότητα είναι τόσο σημαντική.

Τα παιδιά αναπτύσσουν την αίσθηση του ανήκειν σε κάθε σχέση τους: τις σχέσεις τους με την οικογένειά τους, την κοινότητά τους, τον πολιτισμό γύρω τους και τα μέρη που ζουν.

Σίγουρα θα υπάρξουν δύσκολες στιγμές, διαμάχες και κάποιες φορές το αίσθημα της απόγνωσης ότι ποτέ δε θα υπάρξει σύμπνοια και συνεννόηση μεταξύ των αδερφών ή μεταξύ του παιδιού μας και τρίτων ή μεταξύ γονιών και παιδιών (αυτό κι αν ισχύει!)

Πρέπει να είμαστε δίπλα τους και να τους παρέχουμε την ασφάλεια ότι η αγάπη μας είναι άνευ όρων, δείχνοντάς τους όμως τον τρόπο να βρουν μόνοι τους τη λύση, να ανακαλύψουν μόνοι τους τη δύναμη που κρύβουν μέσα τους.

Να ξέρουν ότι θα είμαστε δίπλα τους για πάντα να στηρίζουμε τις δικές τους ανάγκες και επιλογές.

Να τους αφήσουμε να ανοίξουν τα φτερά τους και να πετάξουν δυνατοί και σίγουροι για τον εαυτό τους.

Δεν υπάρχει η τέλεια μαμά

«Μα καλά πώς τα προλαβαίνεις όλα; Είσαι η τέλεια μαμά!»

Να σου πω κάτι; Κι, όμως, δεν είμαι. Καμία δεν είναι. Γιατί δεν υπάρχει τέλεια, σούπερ μαμά.

Ή μάλλον καλύτερα:

Όλες οι μαμάδες είναι τέλειες, όσα και να κάνουν, όσα και να καταφέρνουν ή να μην καταφέρνουν.

Το να γίνεις μαμά αλλάζει τον κόσμο σου με χιλιάδες τρόπους.

Το να αποκτήσεις υπερδυνάμεις δεν είναι ένας από αυτούς.

Ξεκινήσαμε ένα ταξίδι που δεν τελειώνει, χωρίς χάρτη, χωρίς εγχειρίδιο οδηγιών, κάποιες φορές και χωρίς την ανταπόκριση και αναγνώριση που θα θέλαμε ή που επιζητούμε.

Μερικές φορές, με λένε χαριτολογώντας supermom, ή και εγώ η ίδια χρησιμοποιώ το hashtag #supermom σε κάποιες αναρτήσεις μου.

Φυσικά, εννοείται πως δεν είμαι supermom, με την έννοια της τέλειας μαμάς.

Η supermom είναι ένας μύθος…

Και αυτό που λέω όταν ακούω τέτοια, είναι να σταματήσουμε να προσπαθούμε να γίνουμε supermom, γιατί είναι μια συνταγή που θα μας απογοητεύσει, θα μας εξουθενώσει…

Η προσπάθεια να γίνουμε σούπερ μαμά θα δημιουργήσει μόνο ενοχές, ντροπή και στεναχώρια στην καθημερινότητά μας, γιατί θα χρειαστούμε ενέργεια, χρόνο και …ψυχή που δε χρειάζεται να δαπανηθούν…

Και αν έχουμε παγιδευτεί πραγματικά σε αυτό το «μυθικό πλάσμα», θα αναγκαστούμε να παραμελήσουμε τις πιο πολύτιμες σχέσεις μας, να αγχωθούμε ξανά και ξανά.

Και καλό θα ήταν να μην έχουμε στο νου μας τα πρότυπα που βλέπουμε στα social media.

Απλά δεν είναι αληθινά… Τα πράγματα δεν είναι όπως φαίνονται. Και αυτό είναι λυπηρό. Επειδή πληρώνουν υψηλό τίμημα για κάτι που δε θα τους επιστραφεί ποτέ.

Είναι μια παγίδα.

Το να μας θεωρούν supermom δεν θα μας κάνει ευτυχισμένες ως γυναίκες, δε θα μας κάνει επιτυχημένες ως μητέρες.

Το παιδί μας ΔΕΝ θέλει σούπερ μαμά!

Τα παιδιά μας θέλουν η μαμά να τα καταλαβαίνει και να τα υποστηρίζει, ακόμα και για πράγματα για τα οποία δεν ενδιαφέρεται καθόλου.

Τα παιδιά μας θέλουν η μαμά να τα επαινεί, να τα ακούει.

Τα παιδιά μας θέλουν η μαμά να μην είναι ποτέ πολύ κουρασμένη ή απασχολημένη για να περάσει χρόνο μαζί τους.

Τα παιδιά μας θέλουν η μαμά να είναι αληθινή, να απαντά με ειλικρίνεια στις ερωτήσεις τους.

Τα παιδιά μας θέλουν η μαμά να πιστεύει σε εκείνα και να τα διδάσκει να υπερασπίζονται αυτό που πιστεύουν.

Τα παιδιά μας θέλουν η μαμά να είναι διασκεδαστική. Να τους κάνει να γελάνε και τους λέει ιστορίες για τα παιδικά της χρόνια.

Τα παιδιά μας θέλουν η μαμά να τους δίνει αγκαλιές και φιλιά και να λέει ότι τους αγαπά.

Τα παιδιά μας θέλουν η μαμά να τους υπολογίζει και να μην τους φέρεται σαν μωρά.

Τα παιδιά μας θέλουν η μαμά να τους προετοιμάζει για το μέλλον.

Τα παιδιά μας θέλουν η μαμά να τους αφήνει να έχουν χρόνο να παίξουν και να είναι δημιουργικοί.

Τα παιδιά μας θέλουν η μαμά να είναι ευγενική.

Τα παιδιά μας θέλουν η μαμά να παραδέχεται όταν κάνει ένα λάθος και τους μιλάει για τα λάθη που έχει κάνει στο παρελθόν.

Τα παιδιά μας θέλουν η μαμά να παρακολουθεί ταινίες μαζί τους, ανεξάρτητα από το αν είναι αργά (και αν την παίρνει ο ύπνος!)

Τα παιδιά μας θέλουν η μαμά να τους καθοδηγεί.

Για να πω την αλήθεια, αυτά θα ήθελα να λένε τα παιδιά και τα εγγόνια μου για μένα. Ούτε σούπερ μαμά ούτε τίποτα.

Αυτά, για μένα, είναι που θα διαμορφώσουν τι είδους μαμά θα είμαστε.

Αυτά είναι όλα όσα μπορούμε να κάνουμε – και που μάλλον ήδη τα κάνουμε χωρίς να το σκεφτόμαστε πολύ. Επειδή μας βγαίνει φυσικά.

Αυτό που κάνουμε κάθε στιγμή που μεγαλώνουμε τα παιδιά μας καθορίζει τι κληρονομιά χτίζουμε. Θέλω η δική μου κληρονομιά να είναι η αγάπη και πίστη στον εαυτό τους.

Η σούπερ μαμά, η μαμά που θέλει να τα κάνει όλα τέλεια, συχνά είναι «τελειομανής μαμά». Είναι μια μαμά υπερβολικά ελεγχόμενη, φοβισμένη και ανήσυχη γυναίκα. Αρκετές φορές την ενδιαφέρει το πώς φαίνεται στους άλλους, η εικόνα της προς τα έξω. Και τα παιδιά της ίσως νιώθουν ανεπαρκή, ίσως και όχι. Σίγουρα, όμως, παίρνουν το παράδειγμα «ότι η εικόνα είναι πιο σημαντική σε σχέση με την ουσία».

Υπάρχουν μαμάδες που δουλεύουν πλήρες ωράριο, έχουν δύο και τρία παιδιά, καλά παιδιά και με τρόπους, το σπίτι τους όσο πιο τακτοποιημένο μπορεί να είναι, όλα τα γεύματα σπιτικά και τα ρούχα καθαρά και σιδερωμένα. Η μαμά, όμως, είναι πραγματικά ευτυχισμένη; Ή είναι υπερβολικά αγχωμένη, καταπονημένη και συχνά θυμωμένη;

Τα παιδιά μας τι μαμά θέλουν;

Θέλουν μια αφοσιωμένη μαμά, μια μαμά που να είναι δεμένη μαζί τους, μια παιχνιδιάρικη μαμά, μια παρούσα μαμά, μια μαμά που διδάσκει, τους καθοδηγεί και τους κρατά ασφαλείς.

Μπορούμε επιλέξουμε ποια μαμά θέλουμε να είμαστε και να θυμούνται τα παιδιά μας και να αποφασίσουμε ποιες αναμνήσεις θα χαραχθούν στο μυαλό και την καρδιά τους.

Ακόμα και οι μπαμπάδες, παρόλο που σίγουρα εκφράζουν υπερηφάνεια για τα επιτεύγματα της μαμάς που «τα προλαβαίνει όλα», εύχονται να κάνει ένα βήμα πίσω, να χαλαρώσει και να είναι λιγότερο σκληρή με τον εαυτό της.

Όταν προσπαθούμε να είμαστε τέλειες, να τα κάνουμε όλα, βλάπτουμε τους εαυτούς μας και αυτούς που αγαπάμε.

Η supermom δεν υπάρχει.

Δεν υπάρχει η μαμά που τα κάνει όλα και όλα είναι τέλεια.

Έχουμε μόνο 100% να δώσουμε και δεν μπορούμε να δώσουμε το 100% τόσο στην εργασία μας όσο και στα παιδιά μας. Απλά δε γίνεται.

Επομένως, πρέπει να κάνουμε τις καλύτερες επιλογές για εμάς και την οικογένειά μας και μόνο εμείς μπορούμε να το αποφασίσουμε.

Η έννοια της supermom είναι ένα κομμάτι της φαντασίας. Και γινόμαστε παράλογοι και εμμονικοί, προσπαθώντας να μιμηθούμε αυτόν τον φανταστικό χαρακτήρα, υποδουλωμένοι από την πίεση να αγωνιστούμε για μια ιδανική κατάσταση που δεν θα γίνει ποτέ πραγματικότητα για μια ανθρώπινη μαμά.

Και είμαστε άνθρωποι.

Δεν αισθάνομαι ένοχη επειδή δεν είμαι supermom.

Έχω μάθει να «αγκαλιάζω» την «ανθρώπινή μου υπόσταση», να δείχνω περισσότερη συμπόνια στον εαυτό μου και να μη θέτω παράλογα πρότυπα στον εαυτό μου ως μητέρα.

Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να αφήσω πίσω τις ερωτήσεις που κάνω στον εαυτό μου και τα ενοχικά μου σύνδρομα: Κάνω αρκετά; Το κάνω σωστά;Φαίνεται καλό αυτό που κάνω;

Είμαι εδώ για να δείξω ότι δεν υπάρχουν σούπερ μαμάδες, όχι με την έννοια της τέλειας μαμάς.

Όλες οι μαμάδες είναι σούπερ γιατί δίνουν το δικό τους αγώνα με το δικό τους τρόπο.

Δεν χρειαζόμαστε καμία «ταμπέλα», κανένα hashtag.

Κι όταν σου λένε: «Δεν ξέρω πώς το κάνεις! Είσαι #Supermom!» να λες «Ευχαριστώ, κάνω το καλύτερο που μπορώ.»

Κάνουμε το καλύτερο που μπορούμε.

Και αυτή είναι ακριβώς η μαμά που χρειάζονται τα παιδιά μας.

Είμαστε συνηθισμένες μητέρες που μπορούν να αγαπήσουν με εξαιρετικούς τρόπους, προικισμένες σε κάποια σημεία, με ελαττώματα σε κάποια άλλα, με στιγμές χαράς και στιγμές πόνου, που πέφτουμε και ξανασηκωνόμαστε κάθε μέρα, μαθαίνοντας κάτι καινούργιο, θέτοντας υγιείς προσδοκίες στον εαυτό μας.

Κανένας από εμάς δεν μπορεί να τα κάνει όλα ταυτόχρονα. Και αυτό είναι όμορφο, γιατί έχουμε ο ένας τον άλλον να στηριζόμαστε, να βοηθιόμαστε.

Μπορούμε να κάνουμε ό, τι λειτουργεί για την καθεμία μας. Μπορούμε να πούμε ΟΧΙ.

Δεν χρειάζεται να είμαστε το παν για όλους.

Μπορούμε να είμαστε κανονικοί και συνηθισμένοι μερικές φορές, και αξιοθαύμαστοι, τολμηροί, ακόμη και θρυλικοί, άλλες φορές.

Μπορούμε να πετύχουμε εντυπωσιακά σε έναν τομέα και να φάμε τα μούτρα μας σε άλλους.

Και οι δικοί μας θα μας αγαπάνε όπως και να ‘χει.

(Για την ανάρτηση χρησιμοποίησα στοιχεία από παρόμοια ανάρτηση της positive mom)

Όσα θυμάμαι από την Πόντια γιαγιά μου

Η μαμά της μαμάς μου ήταν η Πόντια γιαγιά Μαρίκα.

Ζούσε με τον παππού μου το Λάζαρο στο Ζαχαράτο, ένα χωριό δίπλα στο Κιλκίς. Μέχρι να πάρουν σύνταξη ασχολούνταν με τις αγελάδες τους και μάλιστα τους είχαν και ονόματα!

Πηγαίναμε εκεί κάθε καλοκαίρι και Πρωτοχρονιά. Τα καλοκαίρια κάναμε βόλτες στο χωριό και πηγαίναμε κοντινές εκδρομούλες και το χειμώνα περιμέναμε κοιτώντας από το παράθυρο πώς και πώς να χιονίσει.

Όταν ήμασταν μικρές με την αδερφή μου μέναμε καιρό στο χωριό τα καλοκαίρια και ενθουσιαζόμασταν με όλα αυτά τα μικρά πράγματα.

Αυτή η γυναίκα ήταν πραγματικά ακούραστη.

Θεωρούσε πάντα πως σκοπός μας είναι να αξιοποιούμε κάθε λεπτό του χρόνου μας και κάθε μικρό πραγματάκι που διαθέτουμε.

Έφτιαχνε μόνη της σάλτσες, γλυκά του κουταλιού, μαρμελάδες, τουρσιά κλπ, είχε το δικό της μπαχτσέ, τον κήπο με τα λαχανικά της. Η μυρωδιά της φρέσκιας ντομάτας μου θυμίζει τόσο πολύ τη γιαγιά μου.

Επιδιόρθωνε μόνη της τα ρούχα τους γιατί ήταν σπουδαία μοδίστρα. Παλιά έφτιαχνε δικά της ρούχα για όλους μας.

Πρέπει να είχε στην ντουλάπα της σίγουρα 10 πυτζάμες και αμέτρητα ζευγάρια κάλτσες, στη συσκευασία τους ακόμα, αφού επέμενε να μπαλώνει όλα τους τα ρούχα.

Είχε και μια ξύλινη ραπτομηχανή. Ακόμα θυμάμαι τα μικρά της συρταράκια που πάντα ψάχναμε με την αδερφή μου για μικρούς «θησαυρούς». Θυμάμαι και τη μυρωδιά αυτής της ραπτομηχανής.

Τρελαινόταν να μας κάνει να γελάμε.

Έκανε ότι δεν καταλάβαινε τι εννοούσαμε κι εμείς ξεκαρδιζόμασταν. Πάντα ξέραμε ότι δεν τα εννοεί, αλλά και πάλι μας φαινόταν τόσο αστείο.

Φορούσαμε τζιν με σκισίματα ή μπλουζάκια πολύ κοντά και έλεγε «έλα να σου το ράψω» ή «καλέ, σου είναι μικρό αυτό!».

Καθόταν δίπλα μου με την ποδιά της, που τη φορούσε σχεδόν μόνιμα, και της έλυνα το κορδόνι και πάντα -μα πάντα- προσποιούταν ότι την πάτησε!

Έπαιρνε τα χέρια μου μέσα στα δικά της τα τόσο δουλεμένα και ταλαιπωρημένα κι έλεγε «χάρτινα χεράκια».

Κάποια στιγμή μάς επισκέφθηκε στο Αιτωλικό. Θυμόταν ότι κάναμε πλάκα με ένα πολύ παλιό ξύλινο βαλιτσάκι της, του οποίου το κούμπωμα είχε χαλάσει και έδενε με σύρμα. Οπότε ήρθε στο Αιτωλικό με αυτό το βαλιτσάκι. Πραγματικά στρίμωξε εκεί τα πράγματά της μόνο για να μας κάνει αυτή την πλάκα!

Μας έλεγε συνέχεια ιστορίες από τα παιδικά της χρόνια.

Την ακούγαμε τόσο προσεκτικά κι ας είχαμε ακούσει κάθε ιστορία χίλιες φορές. Τα περιέγραφε τόσο παραστατικά.

Μας έλεγε για το σχολείο της, για κάποιον γονιό που δεν ήξερε καλά ελληνικά και έλεγε στο δάσκαλο κάθε πρωί «Καλημέρα, τράσκαλε!»
Κάθε φορά, λοιπόν, που μας καλημέριζε, σχεδόν όλα τα χρόνια, μας έλεγε «καλημέρα, τράσκαλε!» κι εμείς πάντα γελούσαμε!

Για πρωινό μας έφτιαχνε αυγόφετες, πισιά ή χτυπητό αυγό! Το λάτρευα και ακόμα το τρώω το χτυπητό αυγό. Το χτυπούσε με το κουτάλι στην κούπα κι έλεγε «αφρό σου το έκανα!» Αργότερα εκσυγχρονίστηκε και έφτιαχνε και κρέπες!

Μαγείρευε πάντα στο ξεχωριστό κουζινάκι που είχε, όπως πολλά σπίτια παλιότερα, παρόλο που είχε ολοκαίνουρια κουζίνα μέσα στο σπίτι. Τη θυμάμαι πάντα με μια λεκανίτσα με λερωμένο νερό, αφού είχε πλύνει τα πιάτα, να βγαίνει από το κουζινάκι και να τη ρίχνει στο δρόμο. Είχε λερώσει τα αυτοκίνητά μας από κάτω πάρα πολλές φορές!! Και πάντα καθόταν να φάει, αφού είχαμε τελειώσει όλοι το φαγητό μας, για να είναι σίγουρη ότι θα μας περιποιηθεί και δε θα μας λείψει τίποτα.

Έρχονταν φίλες της από το χωριό ή την έπαιρναν τηλέφωνο να τους πει τον καφέ ή να τους εξηγήσει το όνειρο που είδαν. Όταν της λέγαμε εμείς να μας πει τον καφέ έλεγε «εσείς κοριτσάκια είστε, μην τα πιστεύετε αυτά!» Αλλά μετά έπαιρνε στα χέρια της το φλυτζάνι και έκανε μορφασμούς, δηλώνοντας ότι κάτι είχε ανακαλύψει!

Ένας πολύ απλός και ουσιαστικός άνθρωπος που έδινε μεγάλη αξία στις σχέσεις μας με τους άλλους.

Ένα μήνα πριν φύγει, ήταν άρρωστη και ξαπλωμένη στον κλασικό της καναπέ στο καθιστικό και πήγαμε να τη δούμε. Μου λέει «είσαι πάντα καλή με όλους. Να προσέχεις τους δικούς σου και να αγαπάς και τα πεθερικά σου σαν να είναι γονείς σου. Να τους προσέχεις και να μην τους στεναχωρήσεις ποτέ

Αυτή έζησε και μεγάλωσε την οικογένειά της, τα τρία της παιδιά, με τα πεθερικά της στο ίδιο σπίτι και μάλιστα η πεθερά της, η προγιαγιά μου έφυγε μετά τα 90 της χρόνια. Μεταξύ τους, δε, μιλούσαν τούρκικα, αφού αυτή ήταν η μητρική γλώσσα της προγιαγιάς και η γιαγιά μου τα είχε μάθει πολύ καλά με τόσα χρόνια συγκατοίκηση.Τούρκικα έμαθαν λόγω της προγιαγιάς και η μαμά μου με τα αδέρφια της.

Όταν ήμασταν μικρές, μας έκανε τρομερή εντύπωση να ακούμε στο σπίτι μια άλλη γλώσσα πέρα από τα ελληνικά.

Της γιαγιάς της Μαρίκας δεν της άρεσε να φεύγει από το σπίτι. Ήθελε τη σειρά της. Τώρα την καταλαβαίνω γιατί έτσι ακριβώς είμαι κι εγώ.

Τότε τη ρωτούσαμε «ρε γιαγιά, ο παππούς θα πάει εκδρομή με τα ΚΑΠΗ στην Κρήτη, δε θες να πάτε παρεούλα;» Ο παππούς εντωμεταξύ δεν είχε καλύτερο από τις εκδρομές!

Μας απαντούσε η γιαγιά με την εξής υποθετική ιστορία: «τι να πάω να κάνω, καλέ, με αυτούς; Κάθονται και παίζουν χαρτιά με τις ώρες! Κι αν την ώρα που ταξιδεύουν, παίζει χαρτιά και ο καπετάνιος και ξαφνικά ανοίξει μια τρύπα στο πλοίο και δεν το καταλάβει κανείς;» Πόσο είχαμε γελάσει…

Ξυπνούσε κάθε πρωί και έκανε διατάσεις. «Κάνω τη γυμναστική μου», μας έλεγε. Και πραγματικά, μέχρι να φύγει ήταν ευκίνητη και αεράτη. Κοντούλα πολύ και δραστήρια όσο δεν πάει.

Δεν άκουγε καλά, αλλά δεν ήθελε με τίποτα να βάλει ακουστικά γιατί έλεγε «τι είμαι εγώ; γριά;». Έβλεπε στην τηλεόραση μόνο προγράμματα με υπότιτλους γιατί δεν ήθελε να τη βάζει τέρμα σε ένταση ή γιατί ίσως ενοχλούσε συνήθως τους υπόλοιπους. Όταν έβλεπε Φώσκολο, όμως, το έβαζε τέρμα, και πήγαινε και κολλούσε στην τηλεόραση κι έλεγε «τώρα εσείς ακούτε; Όλο μιλάνε ψου, ψου, ψου, από μέσα τους«.

Όταν καθόμασταν οι δυο μας και μιλούσαμε, επειδή εγώ είμαι πολυλογού και έλεγα όλο ιστορίες και νέα μου, μου έλεγε «τι ωραία που μιλάς και κουβεντιάζουμε, οι περισσότεροι βαριούνται να μιλήσουν!» κι εγώ έπαιρνα θάρρος και συνέχιζα την πολυλογία μου!!!

Διάβαζε πολλά βιβλία, κυρίως βίους αγίων κλπ. και φυσικά, τα ποιηματάκια πίσω από τις ημέρες στα κλασικά ημερολόγια τοίχου με τα γυαλάκια της. Ένα καλοκαίρι που ήμασταν εκεί διάβαζα τον «Τελευταίο Πειρασμό» του Καζαντζάκη. Του έριξε μια ματιά και λέει «αχ το κορίτσι μου, διαβάζει για το Χριστό, πιστεύει σαν τη γιαγιά του

Σου έβγαζε την αίσθηση της σιγουριάς. Ότι είναι αυτάρκης και χαρούμενη με αυτά που είχε.

Πάντα ήταν αισιόδοξη, δεν γκρίνιαζε και δεν παραπονιόταν ποτέ.

Ειλικρινής, σε βαθμό να γίνεται ίσως και αγενής, κάποιες φορές, με τους δικούς της ανθρώπους, αλλά διπλωμάτισσα με αυτούς που δεν πολυσυμπαθούσε.

Την αγαπούσαν όλοι και πραγματικά στεναχωρήθηκαν πάρα πολλοί άνθρωποι όταν έφυγε..

Δεν είχε αρρωστήσει ποτέ και δεν της άρεσαν καθόλου οι γιατροί. Έφυγε μέσα σε ένα μήνα από όταν της διαγνώστηκε καρκίνος και πιστεύω ότι δεν πρόλαβε να ταλαιπωρηθεί, γιατί πραγματικά ήταν ένας γλυκύτατος άνθρωπος…

Σήμερα συμπληρώνονται 8 χρόνια από τότε που έφυγε και κάθε μέρα κάτι θα σκεφτώ, κάπου θα φύγει το μυαλό μου και θα τη θυμηθώ. Γράφω, σήμερα, όλες αυτές τις μπερδεμένες αναμνήσεις, και νιώθω ότι είναι ακόμα εδώ.