Αρχείο ετικέτας #Family

Δεν υπάρχει η τέλεια μαμά

«Μα καλά πώς τα προλαβαίνεις όλα; Είσαι η τέλεια μαμά!»

Να σου πω κάτι; Κι, όμως, δεν είμαι. Καμία δεν είναι. Γιατί δεν υπάρχει τέλεια, σούπερ μαμά.

Ή μάλλον καλύτερα:

Όλες οι μαμάδες είναι τέλειες, όσα και να κάνουν, όσα και να καταφέρνουν ή να μην καταφέρνουν.

Το να γίνεις μαμά αλλάζει τον κόσμο σου με χιλιάδες τρόπους.

Το να αποκτήσεις υπερδυνάμεις δεν είναι ένας από αυτούς.

Ξεκινήσαμε ένα ταξίδι που δεν τελειώνει, χωρίς χάρτη, χωρίς εγχειρίδιο οδηγιών, κάποιες φορές και χωρίς την ανταπόκριση και αναγνώριση που θα θέλαμε ή που επιζητούμε.

Μερικές φορές, με λένε χαριτολογώντας supermom, ή και εγώ η ίδια χρησιμοποιώ το hashtag #supermom σε κάποιες αναρτήσεις μου.

Φυσικά, εννοείται πως δεν είμαι supermom, με την έννοια της τέλειας μαμάς.

Η supermom είναι ένας μύθος…

Και αυτό που λέω όταν ακούω τέτοια, είναι να σταματήσουμε να προσπαθούμε να γίνουμε supermom, γιατί είναι μια συνταγή που θα μας απογοητεύσει, θα μας εξουθενώσει…

Η προσπάθεια να γίνουμε σούπερ μαμά θα δημιουργήσει μόνο ενοχές, ντροπή και στεναχώρια στην καθημερινότητά μας, γιατί θα χρειαστούμε ενέργεια, χρόνο και …ψυχή που δε χρειάζεται να δαπανηθούν…

Και αν έχουμε παγιδευτεί πραγματικά σε αυτό το «μυθικό πλάσμα», θα αναγκαστούμε να παραμελήσουμε τις πιο πολύτιμες σχέσεις μας, να αγχωθούμε ξανά και ξανά.

Και καλό θα ήταν να μην έχουμε στο νου μας τα πρότυπα που βλέπουμε στα social media.

Απλά δεν είναι αληθινά… Τα πράγματα δεν είναι όπως φαίνονται. Και αυτό είναι λυπηρό. Επειδή πληρώνουν υψηλό τίμημα για κάτι που δε θα τους επιστραφεί ποτέ.

Είναι μια παγίδα.

Το να μας θεωρούν supermom δεν θα μας κάνει ευτυχισμένες ως γυναίκες, δε θα μας κάνει επιτυχημένες ως μητέρες.

Το παιδί μας ΔΕΝ θέλει σούπερ μαμά!

Τα παιδιά μας θέλουν η μαμά να τα καταλαβαίνει και να τα υποστηρίζει, ακόμα και για πράγματα για τα οποία δεν ενδιαφέρεται καθόλου.

Τα παιδιά μας θέλουν η μαμά να τα επαινεί, να τα ακούει.

Τα παιδιά μας θέλουν η μαμά να μην είναι ποτέ πολύ κουρασμένη ή απασχολημένη για να περάσει χρόνο μαζί τους.

Τα παιδιά μας θέλουν η μαμά να είναι αληθινή, να απαντά με ειλικρίνεια στις ερωτήσεις τους.

Τα παιδιά μας θέλουν η μαμά να πιστεύει σε εκείνα και να τα διδάσκει να υπερασπίζονται αυτό που πιστεύουν.

Τα παιδιά μας θέλουν η μαμά να είναι διασκεδαστική. Να τους κάνει να γελάνε και τους λέει ιστορίες για τα παιδικά της χρόνια.

Τα παιδιά μας θέλουν η μαμά να τους δίνει αγκαλιές και φιλιά και να λέει ότι τους αγαπά.

Τα παιδιά μας θέλουν η μαμά να τους υπολογίζει και να μην τους φέρεται σαν μωρά.

Τα παιδιά μας θέλουν η μαμά να τους προετοιμάζει για το μέλλον.

Τα παιδιά μας θέλουν η μαμά να τους αφήνει να έχουν χρόνο να παίξουν και να είναι δημιουργικοί.

Τα παιδιά μας θέλουν η μαμά να είναι ευγενική.

Τα παιδιά μας θέλουν η μαμά να παραδέχεται όταν κάνει ένα λάθος και τους μιλάει για τα λάθη που έχει κάνει στο παρελθόν.

Τα παιδιά μας θέλουν η μαμά να παρακολουθεί ταινίες μαζί τους, ανεξάρτητα από το αν είναι αργά (και αν την παίρνει ο ύπνος!)

Τα παιδιά μας θέλουν η μαμά να τους καθοδηγεί.

Για να πω την αλήθεια, αυτά θα ήθελα να λένε τα παιδιά και τα εγγόνια μου για μένα. Ούτε σούπερ μαμά ούτε τίποτα.

Αυτά, για μένα, είναι που θα διαμορφώσουν τι είδους μαμά θα είμαστε.

Αυτά είναι όλα όσα μπορούμε να κάνουμε – και που μάλλον ήδη τα κάνουμε χωρίς να το σκεφτόμαστε πολύ. Επειδή μας βγαίνει φυσικά.

Αυτό που κάνουμε κάθε στιγμή που μεγαλώνουμε τα παιδιά μας καθορίζει τι κληρονομιά χτίζουμε. Θέλω η δική μου κληρονομιά να είναι η αγάπη και πίστη στον εαυτό τους.

Η σούπερ μαμά, η μαμά που θέλει να τα κάνει όλα τέλεια, συχνά είναι «τελειομανής μαμά». Είναι μια μαμά υπερβολικά ελεγχόμενη, φοβισμένη και ανήσυχη γυναίκα. Αρκετές φορές την ενδιαφέρει το πώς φαίνεται στους άλλους, η εικόνα της προς τα έξω. Και τα παιδιά της ίσως νιώθουν ανεπαρκή, ίσως και όχι. Σίγουρα, όμως, παίρνουν το παράδειγμα «ότι η εικόνα είναι πιο σημαντική σε σχέση με την ουσία».

Υπάρχουν μαμάδες που δουλεύουν πλήρες ωράριο, έχουν δύο και τρία παιδιά, καλά παιδιά και με τρόπους, το σπίτι τους όσο πιο τακτοποιημένο μπορεί να είναι, όλα τα γεύματα σπιτικά και τα ρούχα καθαρά και σιδερωμένα. Η μαμά, όμως, είναι πραγματικά ευτυχισμένη; Ή είναι υπερβολικά αγχωμένη, καταπονημένη και συχνά θυμωμένη;

Τα παιδιά μας τι μαμά θέλουν;

Θέλουν μια αφοσιωμένη μαμά, μια μαμά που να είναι δεμένη μαζί τους, μια παιχνιδιάρικη μαμά, μια παρούσα μαμά, μια μαμά που διδάσκει, τους καθοδηγεί και τους κρατά ασφαλείς.

Μπορούμε επιλέξουμε ποια μαμά θέλουμε να είμαστε και να θυμούνται τα παιδιά μας και να αποφασίσουμε ποιες αναμνήσεις θα χαραχθούν στο μυαλό και την καρδιά τους.

Ακόμα και οι μπαμπάδες, παρόλο που σίγουρα εκφράζουν υπερηφάνεια για τα επιτεύγματα της μαμάς που «τα προλαβαίνει όλα», εύχονται να κάνει ένα βήμα πίσω, να χαλαρώσει και να είναι λιγότερο σκληρή με τον εαυτό της.

Όταν προσπαθούμε να είμαστε τέλειες, να τα κάνουμε όλα, βλάπτουμε τους εαυτούς μας και αυτούς που αγαπάμε.

Η supermom δεν υπάρχει.

Δεν υπάρχει η μαμά που τα κάνει όλα και όλα είναι τέλεια.

Έχουμε μόνο 100% να δώσουμε και δεν μπορούμε να δώσουμε το 100% τόσο στην εργασία μας όσο και στα παιδιά μας. Απλά δε γίνεται.

Επομένως, πρέπει να κάνουμε τις καλύτερες επιλογές για εμάς και την οικογένειά μας και μόνο εμείς μπορούμε να το αποφασίσουμε.

Η έννοια της supermom είναι ένα κομμάτι της φαντασίας. Και γινόμαστε παράλογοι και εμμονικοί, προσπαθώντας να μιμηθούμε αυτόν τον φανταστικό χαρακτήρα, υποδουλωμένοι από την πίεση να αγωνιστούμε για μια ιδανική κατάσταση που δεν θα γίνει ποτέ πραγματικότητα για μια ανθρώπινη μαμά.

Και είμαστε άνθρωποι.

Δεν αισθάνομαι ένοχη επειδή δεν είμαι supermom.

Έχω μάθει να «αγκαλιάζω» την «ανθρώπινή μου υπόσταση», να δείχνω περισσότερη συμπόνια στον εαυτό μου και να μη θέτω παράλογα πρότυπα στον εαυτό μου ως μητέρα.

Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να αφήσω πίσω τις ερωτήσεις που κάνω στον εαυτό μου και τα ενοχικά μου σύνδρομα: Κάνω αρκετά; Το κάνω σωστά;Φαίνεται καλό αυτό που κάνω;

Είμαι εδώ για να δείξω ότι δεν υπάρχουν σούπερ μαμάδες, όχι με την έννοια της τέλειας μαμάς.

Όλες οι μαμάδες είναι σούπερ γιατί δίνουν το δικό τους αγώνα με το δικό τους τρόπο.

Δεν χρειαζόμαστε καμία «ταμπέλα», κανένα hashtag.

Κι όταν σου λένε: «Δεν ξέρω πώς το κάνεις! Είσαι #Supermom!» να λες «Ευχαριστώ, κάνω το καλύτερο που μπορώ.»

Κάνουμε το καλύτερο που μπορούμε.

Και αυτή είναι ακριβώς η μαμά που χρειάζονται τα παιδιά μας.

Είμαστε συνηθισμένες μητέρες που μπορούν να αγαπήσουν με εξαιρετικούς τρόπους, προικισμένες σε κάποια σημεία, με ελαττώματα σε κάποια άλλα, με στιγμές χαράς και στιγμές πόνου, που πέφτουμε και ξανασηκωνόμαστε κάθε μέρα, μαθαίνοντας κάτι καινούργιο, θέτοντας υγιείς προσδοκίες στον εαυτό μας.

Κανένας από εμάς δεν μπορεί να τα κάνει όλα ταυτόχρονα. Και αυτό είναι όμορφο, γιατί έχουμε ο ένας τον άλλον να στηριζόμαστε, να βοηθιόμαστε.

Μπορούμε να κάνουμε ό, τι λειτουργεί για την καθεμία μας. Μπορούμε να πούμε ΟΧΙ.

Δεν χρειάζεται να είμαστε το παν για όλους.

Μπορούμε να είμαστε κανονικοί και συνηθισμένοι μερικές φορές, και αξιοθαύμαστοι, τολμηροί, ακόμη και θρυλικοί, άλλες φορές.

Μπορούμε να πετύχουμε εντυπωσιακά σε έναν τομέα και να φάμε τα μούτρα μας σε άλλους.

Και οι δικοί μας θα μας αγαπάνε όπως και να ‘χει.

(Για την ανάρτηση χρησιμοποίησα στοιχεία από παρόμοια ανάρτηση της positive mom)

Όσα θυμάμαι από την Πόντια γιαγιά μου

Η μαμά της μαμάς μου ήταν η Πόντια γιαγιά Μαρίκα.

Ζούσε με τον παππού μου το Λάζαρο στο Ζαχαράτο, ένα χωριό δίπλα στο Κιλκίς. Μέχρι να πάρουν σύνταξη ασχολούνταν με τις αγελάδες τους και μάλιστα τους είχαν και ονόματα!

Πηγαίναμε εκεί κάθε καλοκαίρι και Πρωτοχρονιά. Τα καλοκαίρια κάναμε βόλτες στο χωριό και πηγαίναμε κοντινές εκδρομούλες και το χειμώνα περιμέναμε κοιτώντας από το παράθυρο πώς και πώς να χιονίσει.

Όταν ήμασταν μικρές με την αδερφή μου μέναμε καιρό στο χωριό τα καλοκαίρια και ενθουσιαζόμασταν με όλα αυτά τα μικρά πράγματα.

Αυτή η γυναίκα ήταν πραγματικά ακούραστη.

Θεωρούσε πάντα πως σκοπός μας είναι να αξιοποιούμε κάθε λεπτό του χρόνου μας και κάθε μικρό πραγματάκι που διαθέτουμε.

Έφτιαχνε μόνη της σάλτσες, γλυκά του κουταλιού, μαρμελάδες, τουρσιά κλπ, είχε το δικό της μπαχτσέ, τον κήπο με τα λαχανικά της. Η μυρωδιά της φρέσκιας ντομάτας μου θυμίζει τόσο πολύ τη γιαγιά μου.

Επιδιόρθωνε μόνη της τα ρούχα τους γιατί ήταν σπουδαία μοδίστρα. Παλιά έφτιαχνε δικά της ρούχα για όλους μας.

Πρέπει να είχε στην ντουλάπα της σίγουρα 10 πυτζάμες και αμέτρητα ζευγάρια κάλτσες, στη συσκευασία τους ακόμα, αφού επέμενε να μπαλώνει όλα τους τα ρούχα.

Είχε και μια ξύλινη ραπτομηχανή. Ακόμα θυμάμαι τα μικρά της συρταράκια που πάντα ψάχναμε με την αδερφή μου για μικρούς «θησαυρούς». Θυμάμαι και τη μυρωδιά αυτής της ραπτομηχανής.

Τρελαινόταν να μας κάνει να γελάμε.

Έκανε ότι δεν καταλάβαινε τι εννοούσαμε κι εμείς ξεκαρδιζόμασταν. Πάντα ξέραμε ότι δεν τα εννοεί, αλλά και πάλι μας φαινόταν τόσο αστείο.

Φορούσαμε τζιν με σκισίματα ή μπλουζάκια πολύ κοντά και έλεγε «έλα να σου το ράψω» ή «καλέ, σου είναι μικρό αυτό!».

Καθόταν δίπλα μου με την ποδιά της, που τη φορούσε σχεδόν μόνιμα, και της έλυνα το κορδόνι και πάντα -μα πάντα- προσποιούταν ότι την πάτησε!

Έπαιρνε τα χέρια μου μέσα στα δικά της τα τόσο δουλεμένα και ταλαιπωρημένα κι έλεγε «χάρτινα χεράκια».

Κάποια στιγμή μάς επισκέφθηκε στο Αιτωλικό. Θυμόταν ότι κάναμε πλάκα με ένα πολύ παλιό ξύλινο βαλιτσάκι της, του οποίου το κούμπωμα είχε χαλάσει και έδενε με σύρμα. Οπότε ήρθε στο Αιτωλικό με αυτό το βαλιτσάκι. Πραγματικά στρίμωξε εκεί τα πράγματά της μόνο για να μας κάνει αυτή την πλάκα!

Μας έλεγε συνέχεια ιστορίες από τα παιδικά της χρόνια.

Την ακούγαμε τόσο προσεκτικά κι ας είχαμε ακούσει κάθε ιστορία χίλιες φορές. Τα περιέγραφε τόσο παραστατικά.

Μας έλεγε για το σχολείο της, για κάποιον γονιό που δεν ήξερε καλά ελληνικά και έλεγε στο δάσκαλο κάθε πρωί «Καλημέρα, τράσκαλε!»
Κάθε φορά, λοιπόν, που μας καλημέριζε, σχεδόν όλα τα χρόνια, μας έλεγε «καλημέρα, τράσκαλε!» κι εμείς πάντα γελούσαμε!

Για πρωινό μας έφτιαχνε αυγόφετες, πισιά ή χτυπητό αυγό! Το λάτρευα και ακόμα το τρώω το χτυπητό αυγό. Το χτυπούσε με το κουτάλι στην κούπα κι έλεγε «αφρό σου το έκανα!» Αργότερα εκσυγχρονίστηκε και έφτιαχνε και κρέπες!

Μαγείρευε πάντα στο ξεχωριστό κουζινάκι που είχε, όπως πολλά σπίτια παλιότερα, παρόλο που είχε ολοκαίνουρια κουζίνα μέσα στο σπίτι. Τη θυμάμαι πάντα με μια λεκανίτσα με λερωμένο νερό, αφού είχε πλύνει τα πιάτα, να βγαίνει από το κουζινάκι και να τη ρίχνει στο δρόμο. Είχε λερώσει τα αυτοκίνητά μας από κάτω πάρα πολλές φορές!! Και πάντα καθόταν να φάει, αφού είχαμε τελειώσει όλοι το φαγητό μας, για να είναι σίγουρη ότι θα μας περιποιηθεί και δε θα μας λείψει τίποτα.

Έρχονταν φίλες της από το χωριό ή την έπαιρναν τηλέφωνο να τους πει τον καφέ ή να τους εξηγήσει το όνειρο που είδαν. Όταν της λέγαμε εμείς να μας πει τον καφέ έλεγε «εσείς κοριτσάκια είστε, μην τα πιστεύετε αυτά!» Αλλά μετά έπαιρνε στα χέρια της το φλυτζάνι και έκανε μορφασμούς, δηλώνοντας ότι κάτι είχε ανακαλύψει!

Ένας πολύ απλός και ουσιαστικός άνθρωπος που έδινε μεγάλη αξία στις σχέσεις μας με τους άλλους.

Ένα μήνα πριν φύγει, ήταν άρρωστη και ξαπλωμένη στον κλασικό της καναπέ στο καθιστικό και πήγαμε να τη δούμε. Μου λέει «είσαι πάντα καλή με όλους. Να προσέχεις τους δικούς σου και να αγαπάς και τα πεθερικά σου σαν να είναι γονείς σου. Να τους προσέχεις και να μην τους στεναχωρήσεις ποτέ

Αυτή έζησε και μεγάλωσε την οικογένειά της, τα τρία της παιδιά, με τα πεθερικά της στο ίδιο σπίτι και μάλιστα η πεθερά της, η προγιαγιά μου έφυγε μετά τα 90 της χρόνια. Μεταξύ τους, δε, μιλούσαν τούρκικα, αφού αυτή ήταν η μητρική γλώσσα της προγιαγιάς και η γιαγιά μου τα είχε μάθει πολύ καλά με τόσα χρόνια συγκατοίκηση.Τούρκικα έμαθαν λόγω της προγιαγιάς και η μαμά μου με τα αδέρφια της.

Όταν ήμασταν μικρές, μας έκανε τρομερή εντύπωση να ακούμε στο σπίτι μια άλλη γλώσσα πέρα από τα ελληνικά.

Της γιαγιάς της Μαρίκας δεν της άρεσε να φεύγει από το σπίτι. Ήθελε τη σειρά της. Τώρα την καταλαβαίνω γιατί έτσι ακριβώς είμαι κι εγώ.

Τότε τη ρωτούσαμε «ρε γιαγιά, ο παππούς θα πάει εκδρομή με τα ΚΑΠΗ στην Κρήτη, δε θες να πάτε παρεούλα;» Ο παππούς εντωμεταξύ δεν είχε καλύτερο από τις εκδρομές!

Μας απαντούσε η γιαγιά με την εξής υποθετική ιστορία: «τι να πάω να κάνω, καλέ, με αυτούς; Κάθονται και παίζουν χαρτιά με τις ώρες! Κι αν την ώρα που ταξιδεύουν, παίζει χαρτιά και ο καπετάνιος και ξαφνικά ανοίξει μια τρύπα στο πλοίο και δεν το καταλάβει κανείς;» Πόσο είχαμε γελάσει…

Ξυπνούσε κάθε πρωί και έκανε διατάσεις. «Κάνω τη γυμναστική μου», μας έλεγε. Και πραγματικά, μέχρι να φύγει ήταν ευκίνητη και αεράτη. Κοντούλα πολύ και δραστήρια όσο δεν πάει.

Δεν άκουγε καλά, αλλά δεν ήθελε με τίποτα να βάλει ακουστικά γιατί έλεγε «τι είμαι εγώ; γριά;». Έβλεπε στην τηλεόραση μόνο προγράμματα με υπότιτλους γιατί δεν ήθελε να τη βάζει τέρμα σε ένταση ή γιατί ίσως ενοχλούσε συνήθως τους υπόλοιπους. Όταν έβλεπε Φώσκολο, όμως, το έβαζε τέρμα, και πήγαινε και κολλούσε στην τηλεόραση κι έλεγε «τώρα εσείς ακούτε; Όλο μιλάνε ψου, ψου, ψου, από μέσα τους«.

Όταν καθόμασταν οι δυο μας και μιλούσαμε, επειδή εγώ είμαι πολυλογού και έλεγα όλο ιστορίες και νέα μου, μου έλεγε «τι ωραία που μιλάς και κουβεντιάζουμε, οι περισσότεροι βαριούνται να μιλήσουν!» κι εγώ έπαιρνα θάρρος και συνέχιζα την πολυλογία μου!!!

Διάβαζε πολλά βιβλία, κυρίως βίους αγίων κλπ. και φυσικά, τα ποιηματάκια πίσω από τις ημέρες στα κλασικά ημερολόγια τοίχου με τα γυαλάκια της. Ένα καλοκαίρι που ήμασταν εκεί διάβαζα τον «Τελευταίο Πειρασμό» του Καζαντζάκη. Του έριξε μια ματιά και λέει «αχ το κορίτσι μου, διαβάζει για το Χριστό, πιστεύει σαν τη γιαγιά του

Σου έβγαζε την αίσθηση της σιγουριάς. Ότι είναι αυτάρκης και χαρούμενη με αυτά που είχε.

Πάντα ήταν αισιόδοξη, δεν γκρίνιαζε και δεν παραπονιόταν ποτέ.

Ειλικρινής, σε βαθμό να γίνεται ίσως και αγενής, κάποιες φορές, με τους δικούς της ανθρώπους, αλλά διπλωμάτισσα με αυτούς που δεν πολυσυμπαθούσε.

Την αγαπούσαν όλοι και πραγματικά στεναχωρήθηκαν πάρα πολλοί άνθρωποι όταν έφυγε..

Δεν είχε αρρωστήσει ποτέ και δεν της άρεσαν καθόλου οι γιατροί. Έφυγε μέσα σε ένα μήνα από όταν της διαγνώστηκε καρκίνος και πιστεύω ότι δεν πρόλαβε να ταλαιπωρηθεί, γιατί πραγματικά ήταν ένας γλυκύτατος άνθρωπος…

Σήμερα συμπληρώνονται 8 χρόνια από τότε που έφυγε και κάθε μέρα κάτι θα σκεφτώ, κάπου θα φύγει το μυαλό μου και θα τη θυμηθώ. Γράφω, σήμερα, όλες αυτές τις μπερδεμένες αναμνήσεις, και νιώθω ότι είναι ακόμα εδώ.