Αρχείο ετικέτας #Parenting

Είναι κακό να επαινούμε τα παιδιά μας; Έπαινος vs Ενθάρρυνση

Κάνουμε τα πάντα για να ενισχύσουμε την αυτοεκτίμηση των παιδιών μας, να τους δώσουμε όλα τα απαραίτητα εφόδια να σταθούν ανεξάρτητοι και συνειδητοποιημένοι στην κοινωνία. Διαβάζουμε χίλια βιβλία, βλέπουμε βίντεο με συμβουλές, πηγαίνουμε σε ψυχολόγους και σχολές γονέων. Η αλήθεια είναι πως έχουμε γεμίσει το κεφάλι μας με πληροφορίες για το τι πρέπει και τι δεν πρέπει. «Σήμερα διάβασα αυτό… Έτσι πρέπει να κάνουμε.» «Ναι, αλλά η άλλη μαμά κάνει αυτό και πιάνει.» και δε σταματάσει ποτέ το τρενάκι των σκέψεων.

Δε μου αρέσει να αγχώνω άλλους γονείς γιατί ξέρω πολύ καλά πόσο αγχωμένοι είναι ήδη. Κι ούτε εγώ θέλω να αγχώνομαι. Αυτό που προσπαθώ, και γι’ αυτό μοιράζομαι από εδώ όλα αυτά που γράφω, είναι να είμαστε ψύχραιμοι και να προσπαθούμε να (απο)δεχόμαστε κάθε αλλαγή με νηφαλιότητα και ανοιχτό μυαλό. Αν με ρωτούσες θα ήθελα να μπορώ να πηγαίνω σε μια σχολή γονέων και να μιλάω (και να ακούω) όλη την ώρα όλα όσα «κρύβουν» οι μαμάδες, οι γονείς μέσα τους. Ίσως μας βοηθούσε όλους να τα δούμε όλα πιο σφαιρικά, πιο ολοκληρωμένα.

Πριν πολύ καιρό είχα τη χαρά να παρακολουθήσω το πρώτο βίντεο της Κατερίνας στο instagram. Η Κατερίνα μας διάβασε απόσπασμα από το βιβλίο Ευτυχισμένη Οικογένεια.

Το απόσπασμα μιλούσε για τον έπαινο στα παιδιά και ότι δεν είναι η σωστή απάντηση σε όσα κάνουν τα παιδιά μας. Νομίζω τότε -αν θυμάμαι καλά- μόλις είχα κάνει το τρίτο μου παιδί. Με έβαλε σε πολλές σκέψεις σχετικά με τον τρόπο που μιλούσα στα παιδιά μου μέχρι τότε και το σκέφτομαι πολύ συχνά.

Θα μου πεις «μα δεν πρέπει να επαινούμε τα παιδιά μας;» Αυτό είχα αναρωτηθεί κι εγώ. Αλλά δεν είχα κάνει ποτέ στο μυαλό μου το διαχωρισμό επαίνου και ενθάρρυνσης (praise vs encouragement: Ο έπαινος αφορά το επιτυχές αποτέλεσμα, ενώ η ενθάρρυνση είναι ο έπαινος της προσπάθειας, ό,τι αποτέλεσμα και να έχει.)

Μέχρι τότε – και ακόμα το κάνω κάποιες φορές βέβαια…- είχα για όλα την απάντηση «αχ τέλειο είναι», «μπράβο, αγάπη μου».

Πραγματικά, ας τσεκάρουμε πόσες φορές εμείς ή οι γνωστοί μας γονείς λέμε παρόμοιες φράσεις στο παιδί μας. Πραγματικά είναι ο πιο κοινός έπαινος που ακούμε (και λέμε) στο σπίτι, στην παιδική χαρά, στην τάξη, στις δραστηριότητες. Είναι ένας «τεμπέλης έπαινος» σύμφωνα με τους ψυχολόγους.

Τα παιδιά τα ίδια συνειδητοποιούν μόνα τους ότι το να λέμε συνέχεια τις ίδιες φράσεις δείχνει ίσως ότι δεν προσέχουμε ακριβώς τι έχουν κάνει, αυτό που πχ μας δείχνουν και περιμένουν την αντίδρασή μας. Πολύ συχνά σκέφτονται ότι το λέμε για να «ξεμπερδεύουμε».

Δεν έχει καμία ουσιαστική αξία για τα παιδιά.

Δυστυχώς, παρασυρόμαστε από τη σχολή «κάνουμε τα παιδιά γεμάτα αυτοεκτίμηση», το οποίο έχουμε ερμηνεύσει ως «να τους πούμε πόσο καλά είναι σε όλα».

Δυστυχώς, η προσπάθεια να πείσουμε τα παιδιά μας για την ικανότητά τους θα αποτύχει, διότι η ζωή έχει έναν τρόπο να τους πει ξεκάθαρα πόσο ικανοί ή ανίκανοι είναι πραγματικά μέσω της επιτυχίας και της αποτυχίας.

Ο Rudolf Dreikurs*, στη θεωρία και δουλειά του οποίου βασίστηκε το συγκεκριμένο βιβλίο, δίδαξε ότι «Ένα παιδί χρειάζεται ενθάρρυνση όπως ένα φυτό χρειάζεται νερό». Είναι αυτονόητο, δηλαδή ότι τα παιδιά χρειάζονται την ενθάρρυνση. Μπορεί να μην πεθάνουν χωρίς ενθάρρυνση, αλλά σίγουρα μαραίνονται.

Οπότε είναι ουσιαστική η προσπάθειά μας να τα ενθαρρύνουμε, αλλά και να κατανοήσουμε τη διαφορά με τον έπαινο.

Πώς θα ξέρω αν επαινώ ή ενθαρρύνω;

Ο έπαινος, σύμφωνα με τους ειδικούς στην παιδική ψυχολογία και τον ίδιο τον Rudolf Dreikurs, δεν είναι καλός για τα παιδιά. Το ίδιο διαπίστωσα και από προσωπική μου εμπειρία. Τα παιδιά που επαινούνται συνέχεια για το πόσο έξυπνα είναι και πόσο τέλεια τα καταφέρνουν όλα, έχουν την τάση να αποφεύγουν δύσκολες εργασίες στο μέλλον και project που προκαλούν τις δυνατότητές τους. Δε θέλουν να διακινδυνεύσουν να κάνουν λάθη.

Αντιθέτως, τα παιδιά που «ενθαρρύνονται» για τις προσπάθειές τους είναι πιο πρόθυμα να επιλέξουν πιο δύσκολες εργασίες όταν τους δοθεί η επιλογή, θέλουν να ρισκάρουν και να προκαλέσουν τον εαυτό τους, να κάνουν κάτι ακόμα καλύτερο, ακόμα πιο αξιοθαύμαστο.

Όπως είπε ο Dreikurs, «Ενθαρρύνετε την πράξη (ή την προσπάθεια), όχι αυτόν που την έκανε». Με άλλα λόγια, αντί για «Α πήρες άριστα, είμαι τόσο περήφανος για σένα», προτείνει να δοκιμάσουμε, «Συγχαρητήρια! Δούλεψες σκληρά. Το αξίζεις.» Ίσως ακούγεται πολύ μικρή η διαφορά, αλλά θα αλλάξει την αντίληψη του παιδιού μας.

Οι διαφορές μεταξύ ενθάρρυνσης και επαίνου μπορεί να είναι δύσκολο να κατανοηθούν για όσους πιστεύουν στον έπαινο και έχουν δει άμεσα αποτελέσματα. Έχουν δει τα παιδιά να ανταποκρίνονται στον έπαινο με λαμπερά πρόσωπα. Ωστόσο, πιθανώς, δεν σκέφτονται τα μακροπρόθεσμα αποτελέσματα.

Ο έπαινος, σύμφωνα με τον Dreikurs, δεν είναι ενθαρρυντικός, γιατί διδάσκει τα παιδιά να γίνουν εξαρτημένα από την έγκριση, να εξαρτώνται από τους άλλους για την αξιολόγηση της αξίας τους.

Η ενθάρρυνση, από την άλλη, οδηγεί σε αυτοπροβληματισμό και αυτοαξιολόγηση.

Στα παιδιά, βέβαια, αρέσει ο έπαινος. Και σε ποιον δεν αρέσει στο κάτω κάτω; Ο έπαινος είναι σαν καραμέλα. Σε μικρή ποσότητα μπορεί να είναι πολύ ικανοποιητικός, σε μεγάλη ποσότητα μπορεί να προκαλέσει προβλήματα.

Ο έπαινος είναι πολύ γενικός και αόριστος. Δεν λέει στα παιδιά τι ακριβώς έκαναν καλά, και χωρίς αυτές τις πληροφορίες, δεν μπορούν να ξέρουν ακριβώς τι πρέπει να κάνουν στο μέλλον για να έχουν το ίδιο αποτέλεσμα. Πρέπει να τους πούμε γιατί τα πήγαν καλά ώστε να μπορούν να το επαναλάβουν.Επιπλέον, το «είναι τέλειο» επικεντρώνεται στο αποτέλεσμα και όχι στη διαδικασία. Αν σκοπεύουμε να είμαστε λακωνικοί, τουλάχιστον ας πούμε «Καλή προσπάθεια!» γιατί επικεντρώνεται στο τι έκαναν για να κάνουν μια καλή δουλειά.

Οι ερευνητές του Πανεπιστημίου της Κολούμπια, Claudia Mueller και Carol Dweck, διαπίστωσαν σε έρευνά τους ότι τα παιδιά που επαινέθηκαν για την ευφυΐα τους, σε σύγκριση με την προσπάθειά τους, επικεντρώθηκαν υπερβολικά στα αποτελέσματα. Μετά από μια αποτυχία, αυτά τα ίδια παιδιά επέμειναν λιγότερο, έδειξαν λιγότερη απόλαυση, απέδωσαν την αποτυχία τους σε έλλειψη ικανότητας (την οποία πίστευαν ότι δεν μπορούσαν να αλλάξουν) και απέδωσαν άσχημα σε μελλοντικές προσπάθειες επίτευξης. «Ο έπαινος των παιδιών για την ευφυΐα τούς κάνει να φοβούνται δυσκολίες, επειδή αρχίζουν να εξομοιώνουν την αποτυχία με την ηλιθιότητα»-Dweck.

Η έρευνα διαπίστωσε ότι οι μαθητές που έπαιρναν επαίνους ήταν πιο προσεκτικοί στις απαντήσεις τους σε ερωτήσεις, είχαν λιγότερη εμπιστοσύνη στις απαντήσεις τους, ήταν λιγότερο επίμονοι σε δύσκολες εργασίες και λιγότερο πρόθυμοι να μοιραστούν τις ιδέες τους.

Αντίθετα, τα παιδιά που επαινέθηκαν για την προσπάθειά τους έδειξαν μεγαλύτερο ενδιαφέρον για μάθηση, έδειξαν μεγαλύτερη επιμονή και περισσότερη απόλαυση, απέδωσαν την αποτυχία τους στην έλλειψη προσπάθειας (την οποία πίστευαν ότι θα μπορούσαν να αλλάξουν) και τα πήγαν καλά σε επόμενες δραστηριότητες επίτευξης. Τους ενθάρρυνε, επίσης, να εργαστούν σκληρότερα και να αναζητήσουν νέες προκλήσεις.

Το κλειδί είναι να συνειδητοποιήσουμε αυτή τη διαφορά. Να παρατηρήσουμε εάν τα παιδιά μας εθίζονται στον έπαινο, αν τον επιζητούν όλη την ώρα.

Ακόμα κι αν αποφασίσουμε να αλλάξουμε από τον έπαινο στην ενθάρρυνση μπορεί να το βρίσκουμε άβολο στην αρχή.

Πιστεύω για αρχή θα βοηθούσε να αναρωτηθούμε πριν απαντήσουμε ποια πραγματικά είναι η άποψή μας. Βλέπουμε την άποψη του παιδιού ή μόνο τη δική μας; Θα κάναμε αυτό το σχόλιο σε έναν φίλο;Τα σχόλια που κάνουμε στους φίλους μας συνήθως ταιριάζουν στα κριτήρια ενθάρρυνσης.

Πώς να ενθαρρύνουμε τελικά;

Η ενθάρρυνση βοηθά τα παιδιά μας να αναπτύξουν θάρρος – θάρρος να μεγαλώσουν και να εξελιχθούν σε ανθρώπους που θέλουν να είναι δημιουργικοί, να αισθάνονται ικανοί, να είναι ανθεκτικοί, να απολαμβάνουν τη ζωή, να είναι ευτυχισμένοι, να συνεισφέρουν στην κοινωνία και, όπως είπε ο Dreikurs, να έχουν το θάρρος να μην είναι τέλειοι, να αισθανθούν ελεύθεροι να κάνουν λάθη και να μάθουν από αυτά.

– Μπορούμε να μιλάμε όλη η οικογένεια μαζί και τα παιδιά να μαθαίνουν να συμμετέχουν, να λένε την άποψή τους, να προβληματίζονται για λύσεις σε προβλήματα.

– Μπορούμε να τους θέτουμε ερωτήσεις «περιέργειας» με σκοπό να μάθουν πώς να σκέφτονται και όχι τι να σκέφτονται, να τους δώσουμε μια αίσθηση επιλογής να χρησιμοποιήσουν την προσωπική τους δύναμη για κοινωνική ευθύνη.

– Να τους αφήσουμε να κάνουν λάθη. Να έχουν την ευκαιρία να μάθουν μέσα από αυτά, να βγουν από το καβούκι τους.

– Να τους δείξουμε πίστη, εμπιστοσύνη ώστε να αναπτύξουν κι αυτά πίστη στον εαυτό τους.

– Να τους αφιερώνουμε ειδικό, προσωπικό χρόνο στο κάθε παιδί για να βεβαιωθούμε ότι εισπράττουν όλη μας την αγάπη, ότι ξέρουν ότι θα είμαστε δίπλα τους.

– Να αποφεύγουμε να τους επαινούμε για πράγματα στα οποία δεν έχουν έλεγχο, πχ ευφυΐα, φυσική ελκυστικότητα ή αθλητικά ή καλλιτεχνικά χαρίσματα, αλλά να κατευθύνουμε τον έπαινό μας σε τομείς στους οποίους τα παιδιά έχουν τον έλεγχο – προσπάθεια, στάση, ευθύνη, δέσμευση, πειθαρχία, εστίαση, λήψη αποφάσεων, συμπόνια, γενναιοδωρία, σεβασμό, αγάπη, κλπ κλπ.: «Δούλεψες τόσο σκληρά προετοιμασία για αυτό το τεστ», «Ήσασταν τόσο συγκεντρωμένοι σε ολόκληρο τον αγώνα» και «Ήσουν τόσο γενναιόδωρος που το μοιράστηκες με την αδερφή σου.»

– Ιδιαίτερα με τα μικρά παιδιά, δεν χρειάζεται να τα επαινέσουμε καθόλου. Το καλύτερο που μπορούμε να κάνουμε είναι απλώς να επισημάνουμε τι έκαναν: «Ανέβηκες μόνος σας στη σκάλα.» Το χαμόγελο της υπερηφάνειας τους θα μας δείξει ότι έλαβαν το μήνυμα που θέλουμε να λάβουν. Δεν χρειάζεται να πούμε τίποτα περισσότερο.

– Ως μια άλλη εναλλακτική λύση για τον έπαινο, απλώς ρωτάμε τα παιδιά. «Τι σου άρεσε περισσότερο;» και «Πώς νιώθεις για αυτό που μόλις έκανες;» Ας αφήσουμε τα παιδιά μας να αποφασίσουν μόνοι τους πώς αισθάνονται για τα επιτεύγματά τους, να τους επιτρέψουμε να ανταμείψουν τον εαυτό τους για τις δικές τους καλές ενέργειες.


Θα πρέπει να τους σεβόμαστε, να δείχνουμε πραγματικό ενδιαφέρον για την οπτική τους γωνία, να τολμάμε να τους δίνουμε ευκαιρίες να αναπτύξουν δεξιότητες ζωής που θα οδηγήσουν σε αυτοπεποίθηση, δυναμισμό και ανεξαρτησία από τις αρνητικές απόψεις των άλλων.

*Ο Ρούντολφ Ντράικωρς (Rudolf Dreikurs, 1897-1972), ψυχολόγος και παιδαγωγός, είναι ένας από τους γνωστότερους παγκοσμίως παιδοψυχολόγους και μία από της μεγαλύτερες προσωπικότητες της εποχής μας στο χώρο της διαπαιδαγώγησης.
Ανακάλυψε ένα απλό μοντέλο για την αντιμετώπιση των προβλημάτων που παρουσιάζονται στην καθημερινότητα μιας οικογένειας, η αποτελεσματικότητα του οποίου αποδεικνύεται συνεχώς στην πράξη.
Το μυστικό του βρίσκεται στην πεποίθηση ότι το παιδί θέλει να είναι ισότιμο άτομο, να το αναγνωρίζουν, να του επιτρέπουν να προσφέρει στην οικογένεια και το σχολείο του, να μπορεί να αισθάνεται μέρος της κοινότητας μέσα στην οποία ζει. Στο συγκεκριμένο βιβλίο, ο Τεό Σενάκερ (μαθητής και φίλος του Ρούντολφ Ντράικωρς), η παιδαγωγός σύζυγός του Γιουλίττα Σενάκερ και ο Τζον Μ. Πλατ (επίσης μαθητής του Ντράικωρς), με πολλά παραδείγματα που αντλούν από την καθημερινότητα της σημερινής οικογένειας, βοηθούν αποτελεσματικά τους γονείς να αντιμετωπίσουν τα προβλήματα που παρουσιάζονται στην ανατροφή των παιδιών τους.

Γιατί (συνεχίζω να) ανεβάζω φωτογραφίες των παιδιών μου

Σήμερα γράφω για ένα θέμα που μας έχει απασχολήσει και μας απασχολεί πάρα πολύ τους γονείς που έχουμε παρουσία στα social media: τις φωτογραφίες των παιδιών μας στο διαδίκτυο.

Είδα πρόσφατα ένα πολύ χρήσιμο post στο instagram από τη Χριστίνα που ανεβάζει πάρα πολύ σημαντικά πράγματα που πρέπει να γνωρίζουμε σαν γονείς στο διαδίκτυο. Η Χριστίνα αναφερόταν στο συγκεκριμένο post στο ψηφιακό αποτύπωμα των παιδιών μας.

Ψηφιακό αποτύπωμα είναι όλα τα ηλεκτρονικά «ίχνη» που αφήνουμε πίσω μας καθώς πλοηγούμαστε στο Internet.
Κάποια από αυτά είναι περιεχόμενο που οι ίδιοι συνεισφέρουμε εθελοντικά, όπως είναι το προφίλ μας στα κοινωνικά δίκτυα. Κάποια άλλα «ίχνη» είναι παθητικά, για παράδειγμα τα cookies που ένα online κατάστημα αποθηκεύει κ.ο.κ. 
Η εξέλιξη της τεχνολογίας βοηθά στη συλλογή όλο και περισσότερων δεδομένων όχι μόνο δικών μας αλλά και των παιδιών μας μέσω των αγαπημένων τους ηλεκτρονικών συσκευών, έξυπνων παιχνιδιών ή άλλων gadget που χρησιμοποιούν.

Θετικό vs αρνητικό αποτύπωμα

Το αποτύπωμα που προκύπτει από δικές μας αναρτήσεις στο διαδίκτυο (αυτό που μόνοι μας αφήνουμε δηλαδή) μπορεί να είναι θετικό ή αρνητικό. 

Αυτό εξαρτάται από τη συνολική παρουσία μας στο διαδίκτυο και αφορά τόσο αυτά που γράφουμε και τις φωτογραφίες που μας απεικονίζουν (δικές μας ή ανεβασμένες από άλλους), όσο και τον τρόπο που σχολιάζουμε σε άλλους.

Αυτό δεν αφορά μόνο εμάς, τους ενήλικες, αλλά και τα παιδιά μας όταν έχουν παρουσία στο διαδίκτυο μέσω των δικών μας δημοσιεύσεων ή μέσω των προσωπικών τους δημοσιεύσεων.

Κάτι που με αγχώνει πολύ είναι ακριβώς αυτή η παρουσία των παιδιών. Σαν μαμά θεωρώ ότι μπορώ να κρίνω το περιεχόμενο των αναρτήσεών μου και κατά πόσο θα «ακουλουθεί» τα παιδιά μου στο μέλλον θετικά ή αρνητικά. Δεν ξέρω, όμως, αν ισχύει το ίδιο για τα παιδιά.

Έχω σκεφτεί πολλές φορές «ευτυχώς δεν είχαμε social media όταν ήμουν μαθήτρια«. Πιστεύω ότι είναι πολύ πιθανό να ντρεπόμουν για όσα θα ανέβαζα. Είναι πολύ λογικό ίσως σε αυτή την ηλικία (της εφηβείας) να θες να ανεβάζεις φωτογραφίες σου που θα φαίνεσαι υπέροχος, που θα θες να δει «αυτός που σου αρέσει» στο σχολείο, που θα φαίνεται ότι είσαι λυπημένος σε μια ερωτική απογοήτευση. Δεν ξέρω πόσο συνειδητοποιημένα είναι τα παιδιά για αυτό το περιεχόμενο. Αυτή είναι η ουσία για μένα.

Το σημαντικό και ουσιαστικό είναι να εκπαιδεύσουμε τα παιδιά μας και όχι να μην ανεβάζουμε οικογενειακές φωτογραφίες από όμορφες στιγμές μας. Πρέπει, σίγουρα, να  προστατεύουμε τα παιδιά μας από το περιεχόμενο που δημοσιεύουμε αλλά και να τα εκπαιδεύουμε να προστατεύουν και τα ίδια τον εαυτό τους όταν αρχίσουν να κάνουν χρήση των ηλεκτρονικών συσκευών. «Τα μαθαίνουμε, κυρίως μέσα και από το δικό μας παράδειγμα, να σκέφτονται πολύ καλά πριν προβούν σε κάποια δημοσίευση. «

Ό,τι ανεβαίνει στο διαδίκτυο μπορεί να μείνει εκεί για πάντα.

Επιπλέον, «το παιδί οφείλει να κατανοήσει ότι με τον ίδιο ευγενικό τρόπο που φέρεται στην πραγματική ζωή θα πρέπει να φέρεται και κατά την ψηφιακή του δραστηριότητα.

Σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να «ποστάρει» υλικό που μπορεί να πληγώσει τα συναισθήματα κάποιου τρίτου.»

Είναι πολύ βασικό να τηρούμε αυτούς τους κανόνες, να κατανοήσουμε ότι το να βρίζουμε, να μιλάμε άσχημα και να ανεβάζουμε «περίεργο» περιεχόμενο στα social media στιγματίζει εμάς τους ίδιους και μας ακολουθεί για πάντα.

Δεν διαγράφεται ακόμα κι αν εμείς το διαγράψουμε επειδή ίσως το μετανιώσαμε. Όσο τα παιδιά μας μεγαλώνουν, πρέπει να τους το εξηγούμε και να είμαστε σίγουροι ότι το έχουν κατανοήσει όταν θα αρχίσουν να έχουν τα δικά τους κινητά τηλέφωνα κλπ.

Φωτογραφίες των παιδιών μας στα social media

Οι φωτογραφίες των παιδιών μας στα social media είναι ένα πολύ ιδιαίτερο θέμα που συχνά δημιουργεί «διαμάχες» στους γονείς.  

Μέχρι το τρίτο μου παιδί, σεβόμουν την επιλογή του συντρόφου μου να μην ανεβάζουμε τα δύο παιδιά μας στα social media. Όταν γέννησα το Λεωνίδα, αποδέχτηκε τελικά την επιθυμία μου να ανεβάζω φωτογραφίες όλης της οικογένειας. Βέβαια, πλέον ήμασταν όντως πιο ενημερωμένοι για το τι ακριβώς συμβαίνει με το διαδίκτυο και την ασφαλή πλοήγηση και πλήρως συνειδητοποιημένοι με αυτή μας την απόφαση.

Όταν αποφασίζεις να έχεις παρουσία στο διαδίκτυο οφείλεις να γνωρίζεις «πώς δουλεύει αυτό το πράγμα»! 

Το 2012, λίγο μετά τη γέννηση της κόρης μου, μαμά πρωτάρα, αποφάσισα να ασχοληθώ με το blogging. Όταν γράφεις για τη μητρότητα και τη φιλοσοφία της ζωής σου, τον τρόπο που σκέφτεσαι και πράττεις, θέλεις να μοιραστείς με τους αναγνώστες σου την αλήθεια σου, το γιατί σου, τους προβληματισμούς αλλά και την αγάπη που έχεις μέσα σου. Δεν μπορεί αυτό να διαχωριστεί από τα βιώματά σου, από τη ζωή σου με τα αυτά τα υπέροχα πλάσματα που ήρθαν και σου άλλαξαν τον τρόπο που βλέπεις τα πράγματα, σού έφεραν τα πάνω κάτω στην καθημερινότητά σου.

Τι πρέπει να προσέχουμε, όμως, όταν γράφουμε για τα παιδιά μας;


Ποιοι είναι, λοιπόν, οι βασικοί μου κανόνες όταν γράφω ή ανεβάζω για τα παιδιά μου στο ίντερνετ, ένα μέσο με αστείρευτη –πολλές φορές- κακία και μόνιμο αρχείο;

Αυτά που έχω στο νου μου είναι τα εξής:

1. Δεν αναφέρω ποτέ στοιχεία προσωπικά των παιδιών μου: σε ποιο σχολείο πηγαίνουν, πού ακριβώς μένουμε, το ακριβές πρόγραμμά μας και άλλα τέτοια.

2. Δεν ανεβάζω γυμνές φωτογραφίες των παιδιών μου. 

3. Κάθε φορά που περιγράφω μια ιστορία ή αναφέρομαι σε ένα περιστατικό με τα παιδιά μου προσπαθώ –προσπαθώ είπα 😁- να σκέφτομαι πώς θα νιώσουν τα παιδιά μου αύριο μεθαύριο αν το διαβάσουν τα ίδια ή αν το διαβάσει κάποιος φίλος τους. Δε θέλω τα παιδιά μου να ντραπούν, να νιώσουν άσχημα και σε καμία περίπτωση δε θέλω να τα κοροϊδέψει κάποιος ή να τα χρησιμοποιήσει κάποιος εναντίον τους στο μέλλον για οποιοδήποτε λόγο. Και τώρα που μεγάλωσαν λίγο έχουν όντως άποψη αν θα ντραπούν με την κοινοποίηση κάποιας αστείας ιστορίας τους ή κάποιας φωτογραφίας τους. Σε καμία περίπτωση δε θέλω να φτάσει η κόρη μου στην εφηβεία κι εγώ να γράφω λεπτομέρειες για το πώς συμπεριφέρεται με τα αγόρια κλπ… Αργεί ακόμα αλλά το έχω σκεφτεί!

4. Ρωτάω τον άντρα μου αν το παρατραβάω: Είναι πολύ σημαντικό να ξέρεις την άποψη του συντρόφου σου κάθε φορά που γράφεις κάτι για τα παιδιά σας. Ακόμα κι αν κάτι θέλω να το μοιραστώ οπωσδήποτε, αν ο άντρας μου μού ασκήσει βέτο, είναι πάρα πολύ σημαντικό για το γάμο μας, την ισορροπία του σπιτιού και της σχέσης μας να κάνω αυτές τις «περικοπές». Στο κάτω κάτω είναι σίγουρα πιο αντικειμενικός από εμένα που συχνά με παρασύρει η δημοτικότητα των άρθρων μου!

Έχω ακούσει πολλές φορές πολύ αρνητικά σχόλια για το ότι είμαι απερίσκεπτη ή ανεύθυνη, αλλά εννοείται πως δεν πρόκειται να απολογηθώ σε κανέναν που κάνω αυτό που πιστεύω σωστό και ούτε θα επιχειρηματολογήσω για να πείσω κανέναν.

Κάθε γονιός έχει το δικαίωμα να κάνει αυτό που θεωρεί σωστό για τα παιδιά και την οικογένειά του. Και φυσικά να αναλάβει όλη την ευθύνη και το βάρος κάθε πιθανής συνέπειας.

Αυτό που θέλω να πω για άλλη μια φορά είναι πως είναι πολύ σημαντικό να ακούμε το διπλανό μας,  τον συνάνθρωπό μας, να μην κρίνουμε τόσο εύκολα τους άλλους. Να έχουμε ανοιχτά τα αυτιά, το μυαλό μας και την αγκαλιά μας.

Απλότητα στη μητρότητα*

Μετά από ενάμιση χρόνο «διαλειμματικής ανάγνωσης» κατάφερα να διαβάσω το βιβλίο «Γονείς απλά» του Kim John Payne, διεθνώς γνωστού οικογενειακού σύμβουλου, από τις Εκδόσεις Καλειδοσκόπιο.

Το βιβλίο το «άκουσα» πρώτη φορά από τη Μαρία – kokkinikamelia και παρόλη την καθυστέρηση να το ολοκληρώσω, πραγματικά με κέρδισε. Με κέρδισε γιατί δείχνει ένα δρόμο μέσα από την απλότητα σε κάθε τομέα ξεχωριστά, ώστε να βρει η οικογένεια ένα ρυθμό, μια ροή στη ζωή της που θα τη βοηθήσει να χτίσει μια ήρεμη, χαρούμενη καθημερινότητα με δυνατούς δεσμούς.

Θα μπορούσα να αντιγράψω στο κείμενο αυτό όλα όσα υπογράμμισαν στο βιβλίο και τα οποία είναι πάρα πολλά. 
Θα μοιραστώ, όμως, τα πιο βασικά, ή τελοσπάντων όσα μου έκαναν μεγαλύτερη εντύπωση, όσο μου έκαναν το κλικ, όσο απλά και αυτονόητα κι αν ακούγονται.

«Φανταστείτε τη ζωή σας με μια αίσθηση ευκολίας, καθώς αρχίζετε να λέτε όχι στο «πάρα πολύ, πολύ γρήγορα, πολύ σύντομα» (too much, too fast, too soon). 

Καθώς ο ρυθμός της ζωής επιταχύνεται με υπερβολική ταχύτητα – με πάρα πολλά πράγματα, πάρα πολλές επιλογές και πολύ λίγο χρόνο – τα παιδιά αισθάνονται την πίεση. Μπορούν να γίνουν ανήσυχα, να έχουν πρόβλημα με τους φίλους τους και το σχολείο, ή ακόμη και να διαγνωστούν με προβλήματα συμπεριφοράς. 

Ο  Kim John Payne και η ομάδα του Simplicity Parenting (https://www.simplicityparenting.com/) σας βοηθούν να ανακτήσετε για τα παιδιά σας – για ολόκληρη την οικογένειά σας – το χώρο και την ελευθερία που όλοι χρειαζόμαστε. 

Αυτό το μονοπάτι απλοποίησης επιτρέπει στα παιδιά να λάμψουν και να προσελκύσουν την προσοχή τους. 

Χτίζει  ένα ασφαλές, ζεστό και ασφαλές οικογενειακό περιβάλλον, μια βάση από όπου ένα παιδί μπορεί να ξεκινήσει στον κόσμο με ανθεκτικότητα. 

Η προσέγγιση Simplicity Parenting βασίζεται σε πάνω από τριάντα χρόνια εμπειρίας στηρίζοντας με επιτυχία πολυάσχολες οικογένειες. Σας βοηθά να κάνετε μικρές αλλαγές, να ανησυχείτε λιγότερο – και να απολαύσετε περισσότερα. Για όσους θέλουν να εξισορροπήσουν τη ζωή των παιδιών τους, αλλά δεν ξέρουν από πού να ξεκινήσουν, το Simplicity Parenting προσφέρει τόσο έμπνευση όσο και ένα σχέδιο για αλλαγή».


Δε θα ισχυριστώ ότι όποιος διαβάσει αυτό το βιβλίο έχει λύσει όλα του τα προβλήματα ή θα γίνει ο καλύτερος γονιός. Κάτι τέτοιο δεν υπάρχει.

Όμως, θα ανακαλύψουμε μικρούς τρόπους, μικρά βήματα για να κάνουμε πιο εύκολη, πιο απλή τη ζωή μας σαν γονείς και να βοηθήσουμε το παιδί μας να αισθάνεται πιο ήρεμο, πιο ευτυχισμένο και πιο ασφαλές. 

Ζούμε σε μια εποχή όπου όλα γίνονται γρήγορα

…τα παιδιά από τη βρεφική ηλικία περιβάλλονται από αναρίθμητα αντικείμενα, χρώματα, αρώματα. Παλεύουμε να τους «εμπλουτίσουμε» τις γνώσεις, να βοηθήσουμε τον εγκέφαλό τους να αναπτυχθεί σωστά, να γίνουν τα σούπερ παιδιά που θα τα ξέρουν όλα, που θα είναι τα πιο έξυπνα, τα πιο μοναδικά.Τους βάζουμε από μικρή ηλικία σε ομαδικά αθλήματα, δραστηριότητες, αγνοώντας τη μεγάλη σημασία του ελεύθερου, μη δομημένου, χρόνου, του ελεύθερου παιχνιδιού.

Κάτι που μου έκανε εντύπωση στο σημείο αυτό είναι: γράφει ότι βάζοντας τα παιδιά από πολύ νωρίς σε ομαδικά αθλήματα (πριν την ηλικία των 7-8) τα παιδιά κάνουν δραστηριότητες με κανόνες και συγκεκριμένο χρονικό πλάνο, υπό την επίβλεψη πάντα ενός ενήλικα, του γονιού, διαιτητή, γυμναστή κλπ. Μαθαίνουν να ανταγωνίζονται, να είναι μέλη μιας ομάδας ακόμα κι αν ποτέ δεν επιλεγούν να παίξουν πχ σε έναν αγώνα. Είναι πολλές οι περιπτώσεις, μας λέει ο συγγραφέας, που το παιδί, στην εφηβική ηλικία που πραγματικά χρειάζεται η ομαδική δραστηριότητα, κουράζεται ή βαριέται να συνεχίσει και μπορεί να τα παρατήσει. Κάτι αντίστοιχο συμβαίνει, λέει, και με τα μουσικά όργανα κι άλλες εξωσχολικές δραστηριότητες.
Δεν ξέρω αν είναι υπερβολικό, αλλά προσωπικά μου ακούγεται πολύ λογικό.

Το μεγαλύτερο μέρος της σύγχρονης ζωής φαίνεται να αφορά το «περισσότερο».

Αλλά πρέπει τώρα, περισσότερο από ποτέ, να καταλάβουμε τη «σημασία του λιγότερου», τη δύναμή του. Να απλοποιήσουμε τη ζωή των οικογενειών μας και με αυτόν τον τρόπο να δημιουργήσουμε ανθεκτικότητα στα παιδιά μας.
Το βιβλίο μιλάει για απλοποίηση σε κάθε τομέα δίνοντας και παραδείγματα από την επαγγελματική ζωή του συγγραφέα και την πολύχρονη δουλειά του με οικογένειες.

Βήμα πρώτο

Απλοποιούμε το περιβάλλον μας, μειώνοντας όλη αυτή τη «φασαρία» που μπερδεύει και δημιουργεί σύγχυση στο παιδί. Όταν έχεις 100 αυτοκινητάκια, πώς θα τα θεωρείς μοναδικά, αγαπημένα σου παιχνίδια; Πώς θα χαρείς με το 101ο αυτοκινητάκι που θα πάρεις; Πώς θα το νιώσεις ξεχωριστό;

Βήμα δεύτερο

Απλοποιούμε τα τρόφιμα και τα γεύματα, χωρίς περίεργες γεύσεις και εξωπραγματικά μενού και με επιμονή και υπομονή στο να σερβίρουμε ακόμα και κάτι που δεν τους αρέσει. Σύμφωνα με τον συγγραφέα, χρειάζονται 8 φορές δοκιμής για να διαπιστώσει το παιδί αν θα το φάει ή όχι. Ιδανικά τα παιδιά μας θα μπορούσαν να βοηθούν στην προετοιμασία του φαγητού (τα λέω για να τα ακούω!)

Βήμα τρίτο

Απλοποιούμε το πρόγραμμα της οικογένειάς μας. Κάθε οικογένεια είναι διαφορετική. Δεν είναι απαραίτητο να έχουμε το παραδοσιακό πρόγραμμα που πιθανώς είχαν οι δικοί μας όταν ήμασταν παιδιά, πχ. τρώμε όλοι μαζί, ύπνος το μεσημέρι κλπ. Δεν ταιριάζουν όλα τα προγράμματα σε όλους.Το κλειδί είναι να διαμορφώσουμε ρουτίνες, καθημερινές στιγμές που επαναλαμβάνονται καθημερινά και οι οποίες δίνουν στο παιδί την αίσθηση της σταθερότητας, της εμπιστοσύνης, της ασφάλειας ότι ξέρει τι θα συμβεί την επόμενη μέρα: διάβασμα πριν τον ύπνο, μικρές συνήθειες μέσα στη μέρα όπως μια βόλτα μετά το σχολείο ή ένα κυριακάτικο γεύμα σε εστιατόριο ή με τους παππούδες, Σάββατο βράδυ ταινία με ποπ κορν ή ποδηλατάδα.

Βήμα τέταρτο

Απλοποιούμε την ποσότητα πληροφοριών και συμμετοχής σχετικά με τον κόσμο των ενηλίκων. Αυτό για μένα είναι πάρα πολύ σημαντικό. Όταν οι γονείς βλέπουν ειδήσεις και τα παιδιά παρακολουθούν τις συζητήσεις, τις εικόνες που προβάλλονται, ή βλέπουν προγράμματα «μεσημεριανά» ή σίριαλ που δεν είναι για την ηλικία τους τόσο λόγω λεξιλογίου όσο και εικόνων, ή ακόμα κι όταν οι γονείς τούς βάζουν σε θέματα συζήτησης ακατάλληλα για την ηλικία τους (πχ οικονομικά προβλήματα, διαζύγια, διαμάχες γονιών, κουτσομπολιά, άσχημες κριτικές για άλλους γονείς, δασκάλους κλπ) τα παιδιά δε γνωρίζουν το υπόβαθρο της άποψης του γονιού, δεν κατανοούν τους λόγους που οι γονείς τους λένε κάποια πράγματα, δεν μπορούν να δουν ολόκληρη την εικόνα, μαθαίνουν να υποτιμούν άλλα άτομα, να μην τα σέβονται.


Τελευταίο και μεγάλο καμπανάκι του βιβλίου για την απλοποίηση της καθημερινότητάς μας στην οικογένεια, για μένα ήταν το «μίλα λιγότερο«: όλοι ξέρουμε γιατί 😁: Δε χρειάζεται να επιχειρηματολογούμε λες και είμαστε σε τηλεοπτικό πάνελ, δε χρειάζεται να αραδιάζουμε ό,τι ξέρουμε και δεν ξέρουμε, δε χρειάζονται πολλά λόγια, ειδικά όταν γνωρίζουμε ότι το παιδί μας έχει πάψει προ πολλού να μας παρακολουθεί!
Το παλεύω ακόμα, ρε παιδιά… Δεν μου είναι εύκολο!

Θα χαρώ να μου πείτε την άποψή σας για την απλότητα στη ζωή σας ως γονιός.

*Εννοείται και στην πατρότητα, απλά ο τίτλος μου άρεσε έτσι 🤭. Το «Απλότητα στη γονεϊκότητα» δεν είναι τόσο πιασάρικο όσο το «Simplicity parenting»!

12 λόγοι που η μαμά νιώθει ενοχές

Αφορμή για την ανάρτηση αυτή είναι τόσο τα μηνύματα που έλαβα μετά την ανάρτηση για τη νέα μαμά που τρέχει, όσο και οι πολλές φωτογραφίες με τις αμέτρητες κατασκευές (κυρά-Σαρακοστή, λαγάνες…), τα μωρά ντυμένα αποκριάτικα, τα άπειρα μαγειρέματα και καλούδια, τις εξορμήσεις με τους χαρταετούς που είδα αυτές τις μέρες στο instagram… 

Ήταν πολλές οι μαμάδες που μου έστειλαν σαν απάντηση στο άρθρο μου, ότι έχουν ενοχές που δεν προλαβαίνουν να περνούν ποιοτικό χρόνο με τα παιδιά τους, αλλά αρκετές ήταν κι αυτές που ένιωθαν τύψεις όταν πχ δεν τηρούσαν το πρόγραμμα γυμναστικής τους ή όταν έχαναν κάποιο τρέξιμο στην εβδομάδα. 

Επιπλέον, κάθε λεπτό παρακολουθούμε από τα social media, από το instagram, τι κάνουν οι άλλες οικογένειες, οι άλλες μαμάδες με τα παιδιά τους. 

Το αίσθημα της ενοχής είναι κάτι που δύσκολο θα αποφύγουμε ειδικά όταν γίνουμε γονείς και οι μαμάδες πάντα έχουν μεγαλύτερη τάση να παίρνουν πιο μέσα τους όλα όσα συμβαίνουν και να βιώνουν με μεγαλύτερη ένταση κάθε συναίσθημα. 

Κάθε μαμά αισθάνεται την ενοχή της μαμάς – η ενοχή μπορεί να προέρχεται από τις  προσδοκίες μας, από τις προσδοκίες των άλλων για εμάς, από το instagram. 

Μπορεί να αισθανόμαστε ένοχοι για το χρόνο της οθόνης, το θηλασμό/τη διατροφή των παιδιών μας, για το εάν είμαστε καλό παράδειγμα ή όχι για τα παιδιά μας. 

Δε γράφω σήμερα για να πω ότι η ενοχή της μαμάς δεν είναι πραγματική και «μην το σκεφτόμαστε». Είναι πραγματική. Και, μερικές φορές, είναι συντριπτική. 

Ωστόσο, υπάρχουν κάποια πράγματα για τα οποία αισθανόμαστε ένοχοι, αλλά ίσως πρέπει να κάνουμε ένα βήμα πίσω, να πάρουμε μια ανάσα και να τα ξαναδούμε. Η ανατροφή των μικρών μας ανθρώπων είναι δύσκολη! 


1. Το να νιώθουμε ότι τα παιδιά μας είναι ενοχλητικά. 

Προφανώς και τα παιδιά μας είναι τα πιο χαριτωμένα, πιο γλυκά, πιο αγαπητά ανθρώπινα όντα στον πλανήτη… εκτός από τις στιγμές που δεν είναι!! Και αυτό είναι οκ! Δε χρειάζεται να περάσουμε όλη την ημέρα κοιτάζοντάς τα με γουρλωμένα μάτια μέχρι να «πάρουν το μήνυμα»! 
Μερικές φορές, τα παιδιά είναι ενοχλητικά… και δεν πρέπει να νιώθουμε ένοχοι που το σκεφτόμαστε αυτό. Είναι λογικό να θέλουμε το μικρό παιδί μας να σταματήσει να επαναλαμβάνει την ίδια ερώτηση τριακόσιες φορές στη σειρά, παρόλο που ΑΠΑΝΤΗΣΑΜΕ ΗΔΗ!
Ας μην αγχωνόμαστε! Η μαμά μιας φίλης μου είχε πει κάποια στιγμή που ένιωσα άσχημα που φώναζαν σε σπίτι που είχαμε επισκεφθεί «τα παιδιά είναι για να σε παιδεύουν. Κι αυτό είναι οκ. Γι’ αυτό τα λένε παιδιά. Αλλιώς θα τα έλεγαν μικρά ανθρωπάκια!» 😁

2. Το ότι βαριόμαστε να παίξουμε μαζί τους.

Πραγματικά, αναρωτιέμαι γιατί οι γονείς δε μιλάμε περισσότερο για το πόσο βαρετή είναι η πατρότητα-μητρότητα; Φυσικά, είναι μια έκπληξη, μια μαγική στιγμή να παίζουμε με τα παιδιά μας, να τους παρακολουθούμε να αποκτούν νέες δεξιότητες και να κατακτούν νέα παιχνίδια. Αλλά δεν είναι λίγες οι φορές που το παιδί μας θα μας ζητήσει να διαβάσουμε το αγαπημένο του βιβλίο ή να μας πει μια ιστορία για δέκατη συνεχόμενη φορά και απλά νιώθουμε λίγο… βαριεστημένοι… Ειδικά στις βρεφικές του μέρες, μπορεί να είναι δύσκολο να φροντίζουμε ένα μικρό ον που εξαρτάται τόσο απόλυτα από εμάς, αλλά δεν έχει καμία κοινωνική δεξιότητα! Εννοώ, το αίσθημα ανακούφισης όταν έχουμε μια συνομιλία ενηλίκων … Αξία ανεκτίμητη! 

3. Το ότι το παιδί μας δεν τρέφεται όπως πρέπει.

…Με πρώτο και καλύτερο το ότι δε θηλάζουμε ή δε θηλάζουμε αρκετά και δεν απολαμβάνουμε κάθε δευτερόλεπτο του θηλασμού. Αυτό μπορεί να μας κάνει ράκος. Ειδικά επειδή είμαστε ήδη κουρασμένοι, άυπνοι, και ίσως και άπειροι, αλλά κι επειδή ξαφνικά όλοι λατρεύουν να λένε την άποψή τους για το πώς πρέπει να τρέφεται το παιδί μας. Η πεθερά μας και η μαμά μας μπορεί να λένε ότι πρέπει να θηλάσουμε, αλλά όχι και τόσο πολλές ώρες ούτε αν το παιδί κλαίει σε λιγότερο από 3ωρο (τότε «σίγουρα πεινάει και πρέπει να δώσουμε μπουκάλι»), οι φίλες μας που έχουν καλή εμπειρία από το θηλασμό δε θα μας αφήσουν να εγκαταλείψουμε και οι υπόλοιπες θα μας πουν να εγκαταλείψουμε το συντομότερο δυνατόν – ή ακόμα και να μην ξεκινήσουμε για να μπει σε πρόγραμμα το παιδί!
Κάνουμε αυτό που θέλουμε και μπορούμε και αντέχουμε. Απολαμβάνουμε όσο μπορούμε την εμπειρία με όποιο τρόπο μπορούμε καλύτερα.
Και η μετέπειτα διατροφή, άλλο βάσανο… Αγχωνόμαστε για το αν τρώει αρκετά, αν τρώει ποικιλία φαγητών, αν θα αποκτήσει σωστές συνήθειες στο φαγητό. Ε μπορεί να μην το καταφέρουμε όπως θα θέλαμε. Και βλέπουμε κι όλες αυτές τις παρασκευές με τα σούπερ foods και τα εξωτικά φρούτα από άλλες μαμάδες που πραγματικά ασχολούνται σχεδόν επαγγελματικά με το ζήτημα. Ε εγώ δεν τα κατάφερα ποτέ. Έδωσα (και δίνω) πολλή φαρίν λακτέ, παιδικά γιαουρτάκια, τα ίδια και τα ίδια φαγητά γιατί κάποια δεν τα έτρωγαν. Αποφάσισα να τα βάλω σε πρόγραμμα αφού είχαν ήδη ξεκινήσει το δημοτικό και δειλά δειλά αρχίσαμε κάπως πιο ολοκληρωμένο πρόγραμμα. Λάθη θα γίνουν. Κάνουμε ό,τι καλύτερο μπορέσουμε. Αυτό είναι more than enough!

4. Το ότι χάνουμε την ψυχραιμία μας. 

Ναι, τις περισσότερες φορές, μπορεί να χρειαστεί να πάρουμε μια βαθιά ανάσα και να εξηγήσουμε για χιλιοστή φορά ήρεμα στο παιδί μας γιατί δεν μπορεί να φάει παγωτό για βραδινό… Και στο τέλος μπορεί απλά να πούμε «Επειδή το λέω εγώ!» ή «Έτσι θα γίνει, τέλος!» Κι αυτό είναι οκ… άνθρωποι είμαστε, δεν μπορούμε να έχουμε πλήρη έλεγχο των συναισθημάτων μας 24 ώρες το 24ωρο. Κάποιες φορές, ίσως πούμε «οκ, παγωτό για βραδινό σήμερα, είναι η τρελή μέρα του μήνα!». Δε χρειάζεται να δώσουμε όλες τις μάχες. Κάποιες μικρές δεν αξίζει τον κόπο να χαλάσουν την ηρεμία της οικογένειας. 

5. Το να μην έχουμε κουράγιο για δραστηριότητες εκτός σπιτιού. 

Ναι, έχουμε 1,2,3,4 παιδιά και πρέπει να κάνουμε το παν για την ευτυχία τους. Ναι, πρέπει να βγουν έξω να περπατήσουν, να τρέξουν, να τα δει ο ήλιος, να δουν τους φίλους τους (στη no covid περίοδο). Αν δεν μπορούμε, όμως, είναι οκ να μείνουμε σπίτι. Ειδικά, αν υπάρχει περίπτωση να βγούμε έξω και να μας ενοχλούν τα παιδιά σε οτιδήποτε κι αν κάνουν και να τους κάνουμε χίλιες παρατηρήσεις.

Όταν η Ρέα και ο Άρης ήταν τριών και ενάμιση έτους, Καθαρά Δευτέρα όπως προχθές, ήμουν τόσο κουρασμένη που δεν ήθελα να πάμε πουθενά. Τα παιδιά δε ζήτησαν χαρταετό γιατί δεν πήγαιναν σχολείο και δεν είχαν ξεσηκωθεί κι από κανέναν άλλον. Οπότε μείναμε σπίτι και είπαμε αν είχαμε όρεξη να πηγαίναμε για ένα καφέ το απόγευμα. Θυμάμαι η μαμά μου και μια φίλη μου μού είχαν πει «είναι δυνατόν να μην πετάξουν χαρταετό τα παιδιά;» και φυσικά, ένιωσα άσχημα που τα κράτησα σπίτι και τους «στέρησα την Καθαρή Δευτέρα τους». 
Δε χρειάζεται, όμως, να αυτομαστιγωνόμαστε για όλα αυτά. Κι ούτε χρειάζεται να πάρουμε στολή να ντύσουμε τα παιδιά τις απόκριες αν δεν πάμε πουθενά και το παιδί είναι μόνο ενός ή δύο ετών και δεν το έχει ζητήσει. Ας είμαστε παρόντες και δίπλα του σε όλα κι ας μην έχει φωτογραφία ντυμένο τις πρώτες του Απόκριες. 

6. Το ότι ζητάμε βοήθεια από τρίτους. 

Είναι μεγάλη αλήθεια της μητρότητας (και πατρότητας): χρειαζόμαστε λίγη βοήθεια. Είτε από τον σύντροφό μας, τις γιαγιάδες, μια μπέιμπι σίτερ, έναν παιδικό σταθμό ή οποιονδήποτε συνδυασμό των παραπάνω… να μην αισθανόμαστε άσχημα να το ζητήσουμε.
Ναι, υπάρχουν γονείς που κρατάνε το βρέφος, το μεγαλύτερο παιδί, μαγειρεύουν, το σπίτι είναι στην εντέλεια και δουλεύουν κιόλας από το σπίτι (φαντάζομαι δηλαδή ότι υπάρχουν 😁
Αλλά δε σημαίνει ότι πρέπει να το κάνουμε κι εμείς! Υπάρχει ένα όριο στο πόσα πράγματα μπορούμε/αντέχουμε να κάνουμε σε μια μέρα. Και το να πιέζουμε τόσο πολύ τον εαυτό μας, έχει επιπτώσεις στη σωματική και ψυχική μας υγεία. Επιπλέον, απλά αξίζουμε κάποια βοήθεια. Ας τη ζητήσουμε χωρίς ενοχές. 

7. Το να έχουμε μια κακή μέρα.

Μερικές φορές, απλά ξυπνάμε στραβά. Άλλες μέρες, είναι δύσκολο να αφήσουμε το άγχος της δουλειάς πίσω στο γραφείο και επιστρέφουμε σπίτι με νεύρα και άγχος. Στη συνέχεια, η ενοχή «φωλιάζει» μέσα μας και προσπαθούμε, νιώθοντας άσχημα, να διορθώσουμε τη μέρα μας. Δε χρειάζεται να νιώθουμε άσχημα. Απλά δε λειτουργεί. Αυτό που λειτουργεί είναι η συμπόνια. Να είμαστε ευγενικοί με τον εαυτό μας όταν έχουμε μια κακή μέρα γιατί ναι, ακόμη και οι μητέρες έχουν κακές μέρες. 

8. Το ότι πάμε για δουλειά… ή δεν πάμε για δουλειά.

Ό, τι και να κάνουμε, θα νιώσουμε τύψεις. Αν επιστρέψουμε στη δουλειά μετά τη γέννηση του μωρού μας, χάνουμε πολύτιμες στιγμές του να δεθούμε με το μικρό μας. Και αν δεν επιστρέψουμε στη δουλειά, μένουμε πίσω σε ό, τι χτίζαμε μέχρι τότε.
Όπως και με κάθε άλλη απόφαση που λαμβάνουμε για την οικογένειά μας, κάνουμε το καλύτερο που μπορούμε. Προσπαθούμε να συμφιλιωθούμε με την απόφασή μας. Δεν υπάρχει άλλη επιλογή. Θα νιώθουμε τύψεις για τις ώρες που λείπουμε, αλλά θα αλλάζουμε παραστάσεις και ίσως είμαστε πιο ορεξάτοι να ασχοληθούμε μαζί τους. Ίσως και όχι. Είναι λογικό και το ένα και το άλλο και δεν τίθεται θέμα ενοχής.   
Όταν πήγαινα για δουλειά και τα δύο μικρά μου δεν πήγαιναν σχολείο, τα κρατούσε η μαμά μου. Και δεν ήταν εύκολο να κρατάει δύο μωρά με ενάμιση χρόνο διαφορά. Και να τα ταΐσει και να μας δώσει κι εμάς φαγητό κλπ. Εννοείται πως ήμουν και είμαι ευγνώμων που την έχω. Όμως, ακόμα και σήμερα υπάρχουν πάρα πολλοί που θέλοντας να παινέψουν τη μαμά μου, θα μου πουν «ε λογικό να κάνεις τρίτο παιδί. Τα πρώτα σου τα μεγάλωσε η μαμά σου, τι ανάγκη είχες;» Μέχρι κάποια στιγμή με ενοχλούσε… Ένιωθα ότι δεν αναγνώριζαν όλη μου την προσπάθεια, όλο τον αγώνα μου… Τώρα επαινώ κι εγώ τη μαμά μου. Στο κάτω κάτω μόνο εγώ ξέρω τι έχω κάνει και δε χρειάζεται να αποδείξω τίποτα σε κανέναν. 

9. Το ότι αφήνουμε τα παιδιά να βαρεθούν. 

Αν ρίξουμε μια ματιά στο Instagram, βλέπουμε απίστευτες μαμάδες να πιάνουν τα χέρια τους με ό, τι καταπιάνονται, δραστηριότητες, κατασκευές και λιχουδιές που θα ζήλευε και το Pinterest! Ε και λογικό είναι να νιώθουμε άσχημα όταν τα παιδιά μας αρχίζουν να λένε ότι βαριούνται. Αυτό άρχισα να το ξεπερνάω μετά από κάποια σχετικά βιβλία που διάβασα και έγραψα και το αντίστοιχο άρθρο. Είναι εντάξει να βαριούνται! Έχουν παιχνίδια, βιβλία, φαντασία. Δεν είναι πάντα δική μας δουλειά να τα διασκεδάσουμε. 

10. Το να μας κάνουν ρεζίλι τα παιδιά μας. 

Είτε είναι ένα ξέσπασμα στη μέση του μαγαζιού, είτε είναι όλα τα προσωπικά της οικογένειας την ώρα του μαθήματος μπροστά σε όλη την τάξη, το παιδί μας θα πει σίγουρα κάτι που θα μας κάνει να νιώσουμε άσχημα, να ντραπούμε. Είναι αναπόφευκτο. Ας σκεφτούμε τη στιγμή που το λέμε αργότερα σαν αστείο… 

11. Το να βλέπουν περισσότερη ώρα τηλεόραση

….επειδή κάποιες στιγμές απλά δεν μπορούμε και θέλουμε λίγο χρόνο για τον εαυτό μας, να ακούσουμε λίγο τις σκέψεις μας. Ναι, ο περιορισμός των οθονών είναι το ιδανικό. Αλλά κάποιες στιγμές, ας πετάξουμε αυτό τον κανόνα από το παράθυρο!

12. Το ότι επιλέγουμε χρόνο για τον εαυτό μας.

Αυτό είναι το δικό μου αγκαθάκι… Γι’ αυτό το θέμα τις έχω τις ενοχές μου… Ειδικά όταν ακούω από την κόρη μου «ωχ μαμά, πάλι για τρέξιμο;» ή «γιατί, ρε μαμά, να πας μόνη σου με τις φίλες σου για καφέ χωρίς εμάς;» (πάλαι ποτέ που ήταν ανοιχτές οι καφετέριες…).
Σίγουρα είναι δύσκολο, ειδικά όταν λείπω και το πρωί στο γραφείο. Αυτό είναι κάτι που το δουλεύω ακόμα και το παλεύω… Προσπαθώ να είμαι παρούσα στο σπίτι μαζί τους, ποιοτικά και ουσιαστικά (πάλι βέβαια θα γκρινιάξουν όταν ετοιμάζομαι να φύγω… Ξέρουν το κουμπί μου πλέον! ) και επιλέγω να λείπω από το σπίτι πολύ πρωί ή με το που γυρίσω από τη δουλειά, δηλαδή την ώρα που κοιμούνται ή τρώνε. Είναι μια επιλογή που τη ζυγίζεις. Υπάρχουν περίοδοι που δε λείπω καθόλου από το σπίτι (όπως τις τελευταίες δυο εβδομάδες) κι αν τους ρωτήσω δε θυμούνται καν αν πήγα για τρέξιμο ή όχι… Χρειαζόμαστε αυτό το χρόνο,όμως, και όσο μεγαλώνουν θα το καταλαβαίνουν όλο και περισσότερο πόσο ορεξάτος επιστρέφεις μετά από λίγο χρόνο με τον εαυτό σου.    

Εσύ για ποιους λόγους νιώθεις ενοχή; 

Νιώθεις κι εσύ εξουθενωμένος; 

Ό, τι και να έχω σκεφτεί να γράψω, φυσικά δεν μπορώ να μην επηρεάζομαι από την επικαιρότητα στη χώρα που ζω.

Και αυτή η περίοδος έχει τόσα πολλά μέτωπα. Τόσες πολλές προκλήσεις, τόσα πολλά πράγματα για τα οποία πρέπει κάποια στιγμή να μιλήσουμε στα παιδιά μας. 

Στο κάτω κάτω, βλέπουν ήδη, βιώνουν από πρώτο χέρι πώς επηρεαζόμαστε κι εμείς οι ίδιοι. 

Οι απαιτήσεις προς τους γονείς μεταβάλλονται (και δυστυχώς αυξάνονται) συνεχώς. Η πανδημία ήταν η αφορμή για να έρθουν πολλές αλλαγές στη ζωή μας και οι γονείς πρέπει καθημερινά να παλέψουμε με δύσκολες συνθήκες γονικής μέριμνας και ανατροφής, με πρακτικά προβλήματα, αλλά και άγχος, κούραση και, όχι σπάνια, κατάθλιψη. 

Οι τελευταίες εβδομάδες ήταν μια δύσκολη περίοδος μιας ήδη δύσκολης χρονιάς.

Με θετικά κρούσματα στο οικογενειακό μας περιβάλλον και ταυτόχρονο κλείσιμο των σχολείων, σε μια περίοδο που ήδη πιεζόμασταν όλοι ψυχολογικά, έπρεπε να πηγαίνει για δουλειά ο ένας από τους δυο μας (δουλεύουμε μαζί στην οικογενειακή επιχείρηση) και ο άλλος να δουλεύει από το σπίτι έχοντας να βοηθήσει δύο παιδιά να διαβάσουν, δουλειά, μαγείρεμα και ένα τρίχρονο μέσα στη ζωντάνια! 

Οπότε η οικογένεια, όπως οι περισσότεροι γονείς σε όλη τη χώρα, προσπαθεί να παραμείνει ψύχραιμη (δεν έχεις κι άλλη επιλογή ειδικά όταν έχεις παιδιά), ενώ παράλληλα αγωνίζεται με την όποια κοινωνική απομόνωση, την αβεβαιότητα και την ψυχολογική κούραση που είναι ουσιαστικά ο νέος τρόπος ζωής μας το 2020. 

Αλλά εμείς -όπως και πολλοί άλλοι, πάλι- προσπαθούμε να βρούμε τρόπους να διορθώνουμε, να διαχειριζόμαστε, να παλεύουμε όποια κρίση, χωρίς ουσιαστικά να γνωρίζουμε τι θα επακολουθήσει… 

Όταν η πανδημία εμφανίστηκε για πρώτη φορά ένα χρόνο πριν…

…η οικογένειά μας αποφάσισε να «μείνει σπίτι» και να απομονωθεί όντως από όλους. 

Όσο καιρό μείναμε στο σπίτι ήταν όμορφα και πρωτόγνωρα, αφού ήταν η πρώτη φορά που είχαμε την ευκαιρία να περάσουμε τόσο ποιοτικό χρόνο μαζί. Κάναμε τα πάντα μέσα στο σπίτι μας και πηγαίναμε και κοντινές βόλτες με το αυτοκίνητο. 

Όταν πέρασε, όμως, ο πρώτος μήνας αρχίσαμε να διαπιστώνουμε ότι η κατάσταση δεν άλλαζε και ότι δεν μπορούσαμε να μείνουμε άλλο χωρίς φυσική παρουσία στη δουλειά. Ειδικά, όταν βλέπαμε ότι αυτή η κατάσταση φαινόταν να συνεχίζεται επ’ αόριστον… 

Είναι αυτό το χαρακτηριστικό που έλεγε ο πατέρας μου και είχα γράψει κάποια στιγμή: «δεν μπορείς να καταπολεμήσεις τα τροχαία, μην επιτρέποντας στον κόσμο να βγαίνει έξω και να οδηγάει!».
Για λίγο καιρό μπορείς να κάνεις υπομονή.

Αλλά δεν μπορείς να είσαι «κλεισμένος» ένα χρόνο (και βλέπουμε πώς θα πάει)!

Χιλιάδες γονείς έχουν ήδη εξαντληθεί από τα συνεχή lockdowns και τα παιδιά τους ακόμα περισσότερο με αυτό το «άνοιξε-κλείσε» των σχολείων.

Το περασμένο καλοκαίρι, χωρίς σχολεία και με κάποια διαλείμματα στις καραντίνες, δεν έφερε ιδιαίτερη ανακούφιση στις οικογένειες.
Και ύστερα ήρθε το φθινόπωρο…. με τους γονείς να κάνουμε ό,τι μπορούμε να βάλουμε τα παιδιά μας σε ρυθμό και μετά να αναγκαζόμαστε πάλι να κάνουμε «ταχυδακτυλουργίες» για να τα καταφέρουμε με την απομακρυσμένη εκπαίδευση και πολλοί από εμάς να πρέπει να αφήσουμε τη δουλειά μας, είτε λόγω υποχρεωτικής άδειας, είτε γιατί έχουμε τα παιδιά σπίτι και πρέπει να μείνει κάποιος μαζί τους!
Και μετά Χριστούγεννα και πάμε πάλι να μπούμε σε ρυθμούς σχολείων…

Πώς να βρούμε την ισορροπία να (τηλ)εργαζόμαστε, να φροντίζουμε τα παιδιά, να έχουμε και την τηλεκπαίδευσή τους, αλλά να διατηρήσουμε τις οικογένειές μας ασφαλείς αφού η πανδημία όλο και μας πλησιάζει σχεδόν ανεξέλεγκτη;

Δεν γνωρίζω κανέναν που να μην αγωνίζεται.

Ακόμα και αν βρούμε άτομο να προσέχει τα παιδιά μας, όσο είμαστε στη δουλειά, είναι ασφαλές με τον κορωνοϊό; Μπορούμε να ανταπεξέλθουμε οικονομικά να το πληρώνουμε; Τα σχολεία θα ανοίξουν πάλι; Πρέπει ή όχι να ανοίξουν; Ποια είναι τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα του να έχουμε τα παιδιά στο σπίτι;

Είναι σαν να μην υπάρχει σωστή απόφαση που μπορούμε να πάρουμε!

Κάποιοι γονείς ίσως ανακαλύπτουμε τρόπους για να ελαφρύνουμε το βάρος μας, αλλά πολλοί είμαστε χαμένοι. 
Χρειάζονται συστημικές αλλαγές στην εργασία, την εκπαίδευση και τη φροντίδα των παιδιών στη χώρα.
Αλλά αυτό είναι απίθανο να συμβεί τους επόμενους μήνες.

Και είμαστε τόσοι πολλοί οι γονείς που παλεύουμε να φροντίσουμε τον εαυτό μας, με τα αποθέματα δύναμης, ενέργειας, θετικότητας – και ύπνου – που ήδη έχουν διαρκέσει πολύ.

Δάσκαλοι σε μια νύχτα

Ξεκινώντας την τηλεκπαίδευση, όταν έκλεισαν πρώτη φορά τα σχολεία σε μια προσπάθεια να σταματήσει η διάδοση του Covid-19, οι γονείς σε όλη τη χώρα αναγκαστήκαμε ξαφνικά να φροντίζουμε τα παιδιά μας με πλήρη απασχόληση και συχνά να επιβλέπουμε τη διαδικτυακή τους μάθηση, ενώ συνεχίσαμε να κάνουμε τις δικές μας δουλειές εν μέσω μιας θανατηφόρας πανδημίας.
Και συνεχίζουμε να το κάνουνε με τα ίδια δεδομένα ακόμα και ένα χρόνο μετά!

Οι γονείς πασχίζουμε να βάλουμε στην καθημερινότητά μας δεδομένα που στην αρχή θεωρούσαμε /ελπίζαμε ότι ήταν προσωρινά – φροντίζοντας τα παιδιά κατά τη διάρκεια της ημέρας και παράλληλα (τηλ)εργαζόμενοι πολλές φορές ως αργά το βράδυ, χωρίζοντας τις βάρδιες εργασίας με τους συντρόφους μας. 

Και όσο περισσότερο συνεχίζεται, τόσο πιο δύσκολο είναι.
Όλες αυτές οι αλλαγές οδηγούν σε μεγάλη αναστάτωση και μεγάλη σύγχυση για τους γονείς. Υπάρχουν πολλά ανοιχτά μέτωπα να αντιμετωπίσουμε.  

Αν, προσωπικά, επέλεγα μια λέξη για αυτή την περίοδο θα ήταν «ενοχή». 

Νιώθω ότι δεν κάνω αρκετά. 

Νιώθω άσχημα που τα παιδιά μου δεν είναι σε θέση να περάσουν χρόνο με άλλα παιδιά ή να πάνε στην παιδική χαρά. Γιατί όσα βήματα πίσω κι αν κάνουμε στα μέτρα που υπάρχουν και στους φόβους μας, όπως πριν δε θα είμαστε σίγουρα. 

Νιώθω άσχημα που θα πάω για τρέξιμο ενώ τα παιδιά δε θα βγουν έξω όσο συχνά θα ήθελαν. 

Νιώθω άσχημα που η ένταση στο σπίτι κάποιες φορές είναι μεγάλη. 

Νιώθω άσχημα που δεν μπορώ να έχω μια ρουτίνα στο σπίτι. 

Νιώθω άσχημα που ούτε τις απαραίτητες δουλειές δεν έχω διάθεση να κάνω καμιά φορά. 

Νιώθω άσχημα που τα παιδιά θέλουν να παίξουμε και πρέπει να πω όχι ξανά και ξανά επειδή έχω δουλειά ή επειδή απλά δεν έχω κουράγιο να σηκωθώ από τον καναπέ. 

Έχουμε φτάσει σε ένα επίπεδο εξάντλησης. 

Προσπαθούμε να διαχειριστούμε την εκπαίδευση των παιδιών και τις λογικές ερωτήσεις τους σχετικά με το πότε θα δουν ξανά τους αγαπημένους τους φίλους. 

Προσπαθούμε να έχουμε καλή διάθεση και θετική ενέργεια αλλά αυτή «η διαχείριση όλων» το κάνει δύσκολο. 

Και η αντιμετώπιση του άγχους γίνεται δυσκολότερη από το γεγονός ότι δεν υπάρχει χρόνος να επαναφορτίσουμε τις μπαταρίες μας.

Οι νύχτες και τα Σαββατοκύριακα δεν υπάρχουν, αφού εκείνες τις ώρες θα προσπαθήσουμε να καλύψουμε ό, τι δεν κάναμε μέσα στην εβδομάδα. Οι κοινωνικές μας επαφές μας λείπουν τώρα περισσότερο από ποτέ… Δεν μπορώ να επαναφορτίσω τις μπαταρίες μου αν δεν μπορώ να βρεθώ με τις αγαπημένες μου φίλες.

Πρέπει να αποφασίσουμε τι είναι σημαντικό τη συγκεκριμένη στιγμή και στο οποίο μπορούμε να επικεντρωθούμε και να κάνουμε ό, τι καλύτερο μπορούμε με αυτό, αλλά κάτι άλλο πρέπει να αφήσουμε πίσω και κάτι άλλο ίσως να μη γίνει καθόλου τελικά. 

Πρέπει και να βρούμε χρόνο για εμάς. Ακόμα και 5 λεπτά περισσότερα στο μπάνιο μας, ίσως κάνουν μια μικρή διαφορά. 

Σίγουρα θα βρούμε τρόπους για να κάνουμε τα πράγματα να λειτουργήσουν, τρόπους να δημιουργήσουμε ξεχωριστές στιγμές. 
Εμείς, για παράδειγμα, έχουμε τη δυνατότητα να ανταλλάσσουμε επισκέψεις με την αδερφή μου, αφού μένουμε πάνω-κάτω. Πριν το τελευταίο «έξυπνο» lockdown είχαμε και την ευκαιρία να κάνουμε σε κοντινούς λόφους εξορμήσεις /εξερευνήσεις /πικ νικ, κάτι που τα παιδιά περίμεναν πώς και πώς.  

Ωστόσο, παρόλο που μεμονωμένα οι οικογένειες θα βρούμε τον τρόπο μας να κάνουμε την ανατροφή παιδιών, αυτήν την περίοδο, λίγο πιο εύκολη, οι ειδικοί (αλλά και οι γονείς) συμφωνούμε ότι χρειαζόμαστε περισσότερη υποστήριξη

Ίσως θα μπορούσαν να υπάρξουν ομάδες ψυχολογικής υποστήριξης για τους γονείς, έστω και απομακρυσμένα. Οι σχολές γονέων έχει αποδειχθεί παγκόσμια ότι είναι ένα εξαιρετικό εργαλείο για τη στήριξη και υποστήριξη των γονιών και του δύσκολου έργου τους. Και δυστυχώς στην Ελλάδα (ειδικά στην επαρχία) δεν είναι τόσο διαδεδομένες όσο σε άλλες χώρες. 

Πρέπει οι ειδικοί να εκμεταλλευτούν αυτήν την περίοδο στη χώρα μας ως μια μοναδική ευκαιρία να σταματήσουν πραγματικά και να αναλογιστούν, να προσεγγίσουν τις οικογένειες και να τις γνωρίσουν πραγματικά, και να ξανασκεφτούν το νόημα της εκπαίδευσης, ώστε να μπορούν να δημιουργηθούν νέοι τρόποι, νέες μέθοδοι, νέα εργαλεία για ολοκληρωμένη υποστήριξη και εκπαίδευση, διαθέσιμη και προσιτή για όλες τις οικογένειες. 
Αλλά αυτό θα απαιτούσε μια μεγάλη αλλαγή στην ελληνική νοοτροπία. 

Γιατί μέχρι τώρα εναπόκειται στους γονείς – ειδικά στις μητέρες – να κάνουν μια αδύνατη κατάσταση να δουλέψει, με αβέβαια αποτελέσματα. 


Έχουμε κουραστεί να ακούμε ότι υπάρχει φως στην άκρη του τούνελ. Δεν θέλουμε την ελπίδα αυτή τη στιγμή. Θέλουμε απλώς σταθερότητα.

Σε τι κόσμο φέραμε τα παιδιά μας

Περνούν οι μέρες και παρακολουθούμε συγκλονισμένοι με τα αυτιά μας τεντωμένα όλα τα ανήκουστα που συμβαίνουν στην Ελλάδα του 2021. Έχει σηκωθεί το χαλί και βλέπουμε από κάτω όλα όσα κρύβονταν τόσα χρόνια. Και μαζεύονταν, και μαζεύονταν. Και ακόμα ίσως δεν έχει τελειώσει τίποτα. 

Και έχουμε μείνει με το στόμα ανοιχτό. Αλλά δεν μπορούμε να μείνουμε και με τα χέρια σταυρωμένα.

Η σκέψη των γονιών είναι πώς μπορούμε να προστατέψουμε τα παιδιά μας, πώς μπορούμε να διαφυλάξουμε ότι θα μείνουν ασφαλή. 

Αλλά αυτό δεν είναι θέμα (μόνο) γονιού. 

Ακούσαμε ότι τα παιδιά που πέφτουν θύμα αποπλάνησης «δεν έχουν γονείς να τα προσέξουν» ή ότι λογικό είναι να πάρουν «το στραβό δρόμο» γιατί είναι από οικογένεια που είχε προβλήματα κλπ ή ότι δεν έχουν την κατάλληλη ενημέρωση, εκπαίδευση, μόρφωση κλπ. 

Ναι, όλα αυτά μπορεί να παίζουν ρόλο. 

(Προσπαθούμε να) μεγαλώνουμε τα παιδιά μας με όλα τα απαραίτητα εφόδια, με αγάπη, με στοργή, με υπομονή, με δύναμη, με ενσυναίσθηση, με κατανόηση.

Να μάθουν ποιοι είναι, να αναπτύξουν τα μοναδικά τους χαρίσματα, να στηρίζουν τους άλλους, να αποδέχονται και να αγκαλιάζουν τη διαφορετικότητα, να λένε την αλήθεια τους, να μη διστάζουν να εκφράζουν αυτό που αισθάνονται. 

Και μπορεί να μην είμαστε όλοι οι τέλειοι γονείς. 

Μπορεί να κάνουμε χίλια λάθη. 

Μπορεί να μην ξέρουμε πώς να φερθούμε σε όλες τις περιπτώσεις. 

Μπορεί να δυσκολευόμαστε να διαχειριστούμε όλες τις καταστάσεις. 

Μπορεί να είμαστε πολύ αυστηροί με τα παιδιά μας. 

Μπορεί να μην είμαστε πολύ αυστηροί με τα παιδιά μας. 

Μπορεί να τα κακομαθαίνουμε. 

Μπορεί να μην ασχολούμαστε όσο πρέπει. 

Μπορεί να ασχολούμαστε πάρα πολύ. 

Μπορεί….

Μπορεί…. 

Αλλά το παλεύουμε. 

Κάνουμε ό, τι μπορούμε. 

Το παλεύουμε κάθε μέρα.

Και προσπαθούμε να τους ετοιμάσουμε για μια κοινωνία που στα μάτια μας πλέον φαντάζει τρομακτική. 

Γιατί όσα λάθη κι αν κάνουμε, όσο άσχημα κι αν χειριζόμαστε μια κατάσταση, όσο δύσκολα κι αν περνάνε τα παιδιά μας στην οικογένεια, όπως κι αν είναι η οικογένειά μας, την ευθύνη σε τέτοιες περιπτώσεις δεν την έχουν ούτε τα παιδιά, ούτε οι γονείς. 

Την ευθύνη όταν κάποιος ενήλικας αποπλανεί ανήλικο την έχει πάντα ο ενήλικας. 

Ο ενήλικας που αποπλανεί είναι ο θύτης. 

Ο ενήλικας που αποπλανεί ευθύνεται αποκλειστικά για την αποπλάνηση. 

Ο ενήλικας που αποπλανεί πρέπει να λογοδοτήσει. 

Όσο κι αν «βολεύει» επικοινωνιακά, όσο κι αν εξυπηρετεί για την έκβαση της δίκης, όσο κι αν θα βοηθήσει στη θετική για το θύτη ετυμηγορία, ΦΤΑΙΕΙ Ο ΕΝΗΛΙΚΑΣ ΠΟΥ ΑΠΟΠΛΑΝΕΙ.

Σήμερα γράφω γιατί με απασχολεί το μέλλον των παιδιών μου. 

Γράφω γιατί ψάχνω να βρω την ελπίδα που σίγουρα κάπου θα κρύβεται. 

Γράφω γιατί δεν μπορώ να μη θυμώνω, δεν μπορώ να μη μιλάω, δεν μπορώ να προσποιούμαι ότι δε βλέπω… 

Γράφω γιατί, ρε φίλε, δεν μπορώ να καταλάβω… 

Όταν τσακώνονται τα παιδιά μας

Μα γιατί δεν μπορούν απλά να τα πάνε καλά;

Γιατί δεν μπορούν να μείνουν μονοιασμένα για μια ώρα;

Γιατί δεν μπορούν έστω να συνυπάρξουν χωρίς προβλήματα; 

Ας το παραδεχτούμε – ανεξάρτητα από το πόσο ωραία παίζουν τα παιδιά για ένα λεπτό, μια ώρα, δύο ώρες (και πολύ λέω), αμέσως μετά ξεκινάνε οι χαρακτηρισμοί, τα νεύρα οι φωνές, ακόμα και τα δάκρυα και οι «μάχες» στα χέρια.

Είναι αναπόφευκτο, το ξέρω και πρέπει να το πάρω απόφαση. Κι εμείς έτσι κάναμε με τα αδέρφια μας κλπ κλπ. Αλλά υπάρχει κάτι που – περισσότερο διαβάζοντας, παρά εμπειρικά – με ταρακούνησε στους αδερφικούς καβγάδες. Υπάρχει μια παγίδα σε όλη αυτή την απλούστευση του «ανταγωνισμού» ανάμεσα στα αδέρφια.

Δεν είναι τόσο απλό όσο το «κι εμείς έτσι κάναμε». 

Παρόλο που οι καβγάδες ανάμεσα στα αδέρφια είναι συνηθισμένο φαινόμενο στις οικογένειες, ανέκαθεν ήταν, υπάρχουν κάποια πράγματα στα οποία οι γονείς πρέπει να  δώσουν ιδιαίτερη σημασία.

Δεν υπάρχει το «αφού με τον ίδιο τρόπο μεγαλώνουν». 

Δεν μπορεί ο γονιός να ισχυριστεί ότι η συμπεριφορά του είναι πανομοιότυπη σε όλα τα παιδιά του. Ούτε η εμπειρία του σαν γονιός είναι ίδια, ούτε η διάθεσή του είναι η ίδια, ούτε ο ίδιος ο χαρακτήρας του μπορεί να είναι ίδιος. Η ίδια η δυναμική στην οικογένεια είναι διαφορετική όταν έρχεται το πρώτο παιδί της οικογένειας. Είναι διαφορετική κι όταν έρχεται το δεύτερο παιδί, ενώ υπάρχει ήδη δηλαδή ένα παιδί στο σπίτι κ.ο.κ.

Είμαι μαμά 3 παιδιών και έχω διαβάσει, έχω συζητήσει, έχω ψάξει για το θέμα όσο μπορώ. Πλέον ξέρω καλά ότι ευθύνομαι για πολλές από τις συμπεριφορές των παιδιών μου και φυσικά (θέλω να πιστεύω ότι) γνωρίζω τις (μεγάλες) διαφορές στη συμπεριφορά μου, τις διακρίσεις που έχω κάνει και κάνω ακόμα στα τρία μου παιδιά. 

Δεν υπάρχει τίποτα πιο ικανοποιητικό από το να βλέπεις τα παιδιά σου να παίζουν όμορφα μαζί, να μιλάνε, να συνεννοούνται, να στηρίζει το ένα το άλλο εντός και εκτός σπιτιού. 

Το βιβλίο των Faber Adele και Mazlish Elaine «Αδέλφια, όχι αντίπαλοι. Βοηθήστε τα παιδιά σας να ζουν μαζί αρμονικά«* μου το έφερε δώρο η αδερφή μου και ενώ είχα γίνει για δεύτερη φορά μαμά. 

Κατάφερα να το διαβάσω πριν λίγο καιρό. Μάλλον τώρα αισθάνθηκα τόσο έντονα την ανάγκη να βρω μια λύση σε όλους αυτούς τους καβγάδες, σε όλα αυτά τα νεύρα και τις φωνές. 

Εξάλλου, αν τα αδέλφια είναι χαρούμενα, η μαμά είναι ευτυχισμένη! Τρου στόρι. 

Γιατί, λοιπόν, υπάρχει αυτή η αδελφική αντιπαλότητα;

Πρέπει να προσπαθήσουμε να δούμε το ζήτημα από την οπτική των παιδιών μας: το πρώτο παιδί μας ήταν το μοναδικό επίκεντρο της προσοχής μας.  Με την πρώτη φορά που μας μιλούσε απαντούσαμε, με το που μας ζητούσε κάτι το κάναμε, παίζαμε μαζί του συνέχεια και δε χρειάστηκε να μοιραστεί τον χρόνο ή τα παιχνίδια του με κανέναν.

Ύστερα ήρθε το μωρό…

Ένας άγνωστος με άγνωστες προθέσεις και σκοπούς, που είναι το νούμερο ένα θέμα συζήτησης εδώ και 8-9 μήνες, και τώρα η μαμά πρέπει να ταΐσει το νέο μέλος, να το κοιμήσει, να περιμένει ο μπαμπάς να τελειώσει την αλλαγή της πάνας του για να μπορέσει να παίξει μαζί του. Και να του κάνουν και παρατηρήσεις ότι μιλάει δυνατά, ότι πρέπει αναγκαστικά να κατανοήσει τις ανάγκες του μωρού, ότι είναι ο μεγάλος και πρέπει να συμπεριφέρεται ανάλογα.

Όσο τα παιδιά μεγαλώνουν, ανταγωνίζονται για το χρόνο των γονιών αλλά και για τα ίδια παιχνίδια και όσο το μικρότερο αδερφάκι γίνεται πιο ανεξάρτητο, «ξεσηκώνεται» γιατί «κουράστηκε» να του κάνει κουμάντο ο μεγάλος αδερφός.

Με άλλα λόγια, αυτό που διάβασα και στο βιβλίο και το έχω διαβάσει και σε άλλα βιβλία για σχολές γονέων κλπ, το ερώτημα είναι λογικό: πώς θα αισθανόμασταν αν ο σύζυγός μας έφερνε στο σπίτι κάποια άλλη σύζυγο και περίμενε να την καλοδεχτούμε; Αυτό, λοιπόν. Κάπως το κατανοούμε λίγο τώρα, ε;

Επειδή τα μικρά παιδιά δεν είναι σε θέση να εκφράσουν αυτές τις απογοητεύσεις προφορικά, το κάνουν με κακή συμπεριφορά – αρνούνται να μοιραστούν, χτυπάνε, σπρώχνουν, φωνάζουν κ.λπ.

Πώς μπορούμε να σταματήσουμε αυτόν τον αδελφικό ανταγωνισμό;

Αν και δεν μπορούμε να σταματήσουμε εντελώς τον ανταγωνισμό των παιδιών μας, θα μπορούσαμε, ίσως, να μειώσουμε τη συχνότητά τους και να διασφαλίσουμε ότι τα παιδιά μας δε θα «κουβαλάνε» αυτόν τον ανταγωνισμό και όσο μεγαλώνουν με απωθημένα και αισθήματα αδικίας. Κι αν μπορούμε να έχουμε και λιγότερες φωνές και περισσότερη ηρεμία στο σπίτι, χίλιες φορές καλοδεχούμενα!

Τι μου έμεινε από το βιβλίο, λοιπόν, και τι με βοήθησε λίγο τον τελευταίο καιρό να διαχειρίζομαι όσο πιο αποτελεσματικά μπορώ -και όσο μου το επιτρέπει η ψυχραιμία και η κατάστασή μου φυσικά- τις «ομηρικές μάχες»:

1. Δε βάζουμε ταμπέλες

Γενικά μας είναι πολύ εύκολο να βάζουμε ταμπέλες στους ανθρώπους και να τους κατηγοριοποιούμε – ο έξυπνος, ο δημοφιλής, ο αθλητικός, ο ταλαντούχος κ.λπ. Οι ταμπέλες μας βοηθούν να κατηγοριοποιήσουμε πράγματα και καταστάσεις.

Όταν, όμως, πρόκειται για τα παιδιά μας, οι ταμπέλες (εσκεμμένες ή ακούσιες) αυξάνουν δραματικά τον ανταγωνισμό μεταξύ των αδελφών. Σκεφτείτε το. Όταν μιλάμε για το «μαθηματικό μυαλό» μας, τον «ιδιότροπο στο φαγητό», τον «γκρινιάρη» μας, το «φωνακλά» μας, το «ντροπαλό» μας κάνουμε συγκρίσεις μεταξύ των παιδιών μας χωρίς να το καταλαβαίνουμε.

Όταν αναφερόμαστε σε ένα παιδί ως «αθλητικό», το άλλο παιδί σκέφτεται αυτόματα ότι «δεν είμαι το αθλητικό» (οπότε γιατί να το δοκιμάσει) ή όταν ένα παιδί είναι «πολύ καλό στο φαγητό», το άλλο υποθέτει ότι λογικά ο ίδιος είναι ο ιδιότροπος.

Με την «κατηγοριοποίηση» των παιδιών μας, τοποθετούμε ακούσια τα παιδιά σε έναν ρόλο – είτε τους αρέσει είτε όχι – και δημιουργούμε συγκρίσεις μεταξύ των αδελφών. Αυτό το ένιωσα και με την αδερφή μου μεγαλώνοντας, αλλά ευτυχώς δεν επηρέασε τη μεταξύ μας σχέση. Εγώ ήμουν αυτή που «ξυπνούσε εύκολα» οπότε είχα την ευθύνη να την ξυπνήσω για το σχολείο, να είμαι σίγουρη ότι θα φτάσουμε έγκαιρα. Αυτή ήταν η πιο θαρραλέα, οπότε πάντα ένιωθε ότι πρέπει να με προστατέψει. Εγώ ήμουν η πιο υποχωρητική και πιο χαμογελαστή, οπότε κουβαλάει μέχρι σήμερα την ταμπέλα της γκρινιάρας και απαιτητικής, ρόλο τον οποίο τον κουβαλούσε για πολλά χρόνια. Αυτό ήταν κακό και γι’αυτή, αλλά και για μένα που θεωρούσα ότι «δε με παίρνει» να γίνω γκρινιάρα ή απαιτητική και ήθελα πάντα να έχω το ρόλο του «καλού παιδιού» που κάνει χαρούμενους τους γονείς του.

Όταν αφήσουμε τις ταμπέλες, θα διαπιστώσουμε γρήγορα ότι δίνουμε στο «όχι τόσο αθλητικό» παιδί μας την ευκαιρία να λάμψει ακόμα κι αν δεν είναι αστέρι.  Δίνουμε στο μαθητή που δεν παίρνει τόσο καλούς βαθμούς, την ευκαιρία να είναι περήφανος για τη σκληρή δουλειά του. Δίνουμε στο «άγριο, ζωηρό παιδί» την ευκαιρία να κάνει το σωστό.

Το κλειδί είναι να επικροτήσουμε τα θετικά χαρακτηριστικά, όπως την ομαδικότητα, την επιμονή, την καλοσύνη. Τα αδέλφια μπορούν να μάθουν να αλληλεπιδρούν μεταξύ τους αντί να ανταγωνίζονται για την έγκριση των γονιών τους.

2. Διαχειριζόμαστε την προσοχή που τους δίνουμε

 Ένας από τους βασικούς λόγους που παλεύουν τα παιδιά είναι να κερδίσουν την προσοχή των γονιών τους – στα μάτια τους, ακόμη και η αρνητική προσοχή είναι καλύτερη από το τίποτα.

Για να ικανοποιήσουμε την ανάγκη προσοχής των παιδιών μας, μια ωραία λύση θα ήταν να σχεδιάσουμε να δώσουμε σε κάθε παιδί τουλάχιστον 10-15 λεπτά. Λίγα λεπτά από την ημέρα με επίκεντρο την προσοχή μας στο συγκεκριμένο παιδί και χωρίς να αναφερόμαστε συνέχεια στα άλλα παιδιά που «λείπουν»: να πιούμε μαζί στο τραπέζι μια ζεστή σοκολάτα, να φτιάξουμε ένα παζλ, να δούμε μαζί το αγαπημένο του βιντεάκι, να φτιάξουμε ένα κτίριο lego, να ζωγραφίσουμε, να χορέψουμε, να πάμε σούπερ μάρκετ οι δυο μας.   

Ό, τι και να επιλέξει το παιδί, ό,τι του αρέσει για να νιώσει σημαντικό στην καρδιά της μαμάς ή του μπαμπά. Και χωρίς το κινητό στα χέρια μας (το λέω για να το ακούω!) Να είναι το παιδί μας αυτά τα δέκα λεπτά το κέντρο του σύμπαντός μας. Και να πούμε και στο τέλος πόσο όμορφα περάσαμε, αν και είναι σίγουρο ότι το ίδιο το παιδί θα ρωτήσει αν μας άρεσε όπως άρεσε και σε εκείνο.

Η μεγαλύτερη συναισθηματική σύνδεση και η θετική προσοχή στο παιδί θα πάρουν τη θέση της αρνητικής προσοχής που επιδιώκει με την κακή συμπεριφορά στο αδερφάκι του.

3. Δείχνουμε κατανόηση στα συναισθήματά τους

Αυτό είναι κάτι που το τηρώ με μεγάλη επιτυχία τον τελευταίο κυρίως χρόνο. Όταν μου λένε κάτι πάντα το επαναλαμβάνω αναγνωρίζοντας πώς νιώθουν: «είσαι έξω φρενών με τον αδερφό σου ε; Πρέπει να σε νευρίασε πάρα πολύ με αυτό που έκανε. Βλέπω ότι δυσκολεύεσαι να ηρεμήσεις.»

Δεν ξέρω αν ακούγεται περίεργο αυτό, αλλά πραγματικά κάθε φορά που λέω κάτι τέτοιο με κοιτάζουν με ύφος «ναι, όντως, καλά το κατάλαβες, σε ευχαριστώ». Σίγουρα, με αυτό που λέω δίνω χώρο να αρχίσει να λέει όλα τα αρνητικά και να χαρακτηρίζει τον αδερφό του ασταμάτητα και με νεύρα, αλλά ξέρει ότι είμαι εκεί για να τον ακούσω. Μόλις δω ότι μπορώ να μιλήσω, ότι με ακούει, ζητάω να μου προτείνει λύσεις. Αν έχω όρεξη, κάθομαι και τις γράφω κιόλας. Την τελευταία φορά η κόρη μου πρότεινε να στείλουμε τον αδερφό της στο ορφανοτροφείο. Ξεκίνησα να το γράφω στις προτεινόμενες λύσεις. Μου λέει «μαμά, τι κάνεις; Να γράψουμε κάτι που γίνεται.» Και άρχισε να γελάει. Αυτό ήταν.

4. Δίνουμε «τα εργαλεία» για την επίλυση

Όταν συμβαίνουν μεγάλες μάχες, πολλοί γονείς χρησιμοποιούν το time out ως τρόπο εκτόνωσης της κατάστασης. Το έχω δοκιμάσει αλλά δε βοήθησε ιδιαίτερα. Ίσα ίσα άρχισαν διαμάχες «γιατί εγώ; Αυτός έφταιγε!» κ.λπ.

Έχω στο μυαλό μου (επαναλαμβάνω, χωρίς να το τηρώ πάντα γιατί δεν έχω πάντα καλή διάθεση…) να τους διδάξω δεξιότητες επίλυσης των συγκρούσεων. Προσπαθώ να τους πω πχ «εγώ θα του απαντούσα…..», «θα μπορούσες να του πεις….» και πάντα βάζω λίγη «σάλτσα» «αφού εσύ τον ξέρεις καλύτερα από μένα, εσύ έχεις τον τρόπο σου σε τέτοια θέματα» κ.λπ.

Όταν είναι εκτός εαυτού δεν ακούνε τίποτα, οπότε αν δεν μπορούμε να τους ηρεμήσουμε, θα πρέπει να περιμένουμε (και να τους πούμε ότι θα περιμένουμε) μέχρι να ηρεμήσουν. Προσπαθώ πολύ ειδικά με την κόρη μου να μάθει να ελέγχει την ψυχραιμία της γιατί με το που θα νευριάσει φτάνει στα όριά της: περπάτησε λίγο μακριά από τον αδερφό σου, μέτρα μέχρι το 20, πάρε βαθιές ανάσες, κάνε γιόγκα (να καθίσει οκλαδόν εννοώ στη γνωστή στάση) κ.λπ.

5. Προσπαθούμε να μείνουμε μακριά από τις διαμάχες

Αυτό μπορεί να μας εκπλήσσει, αλλά το καλύτερο πράγμα που μπορούμε να κάνουμε όταν αρχίσει να δημιουργείται μια διαφωνία είναι να το αγνοήσουμε. Πάμε στο άλλο δωμάτιο να κάνουμε κάτι άλλο. Να μη δώσουμε προσοχή στη διαμάχη.

Αγνοώντας τη διαμάχη, δεν ανταμείβουμε την αρνητική συμπεριφορά με το να δίνουμε την προσοχή μας σαν να είναι το πιο σημαντικό πράγμα του κόσμου και τους δίνουμε την ευκαιρία να το επιλύσουν μόνοι τους.

Φυσικά, αν ο αγώνας κλιμακωθεί και έχει αρχίσει η κατάσταση και γίνεται επικίνδυνη και νιώθουμε ότι είναι απαραίτητη η παρέμβαση, μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε τη δραστική λύση: «βλέπω ότι η κατάσταση έχει γίνει επικίνδυνη και πρέπει να χωριστείτε τώρα» οπότε τους αλλάζουμε δωμάτιο μέχρι να ηρεμήσουν.

Όταν το κάνω αυτό, η κόρη μου λέει «ωραία, θα πάω στο δωμάτιό μου» και ο γιος μου λέει «α, να πάω κι εγώ με τη Ρέα; Δε θέλω μόνος μου» και συνήθως πάνε μαζί στο δωμάτιο.   

Αν η κατάσταση είναι ακόμα δυσκολότερη και τα νεύρα δεν υποχωρούν, τους χωρίζω και τους παίρνω πχ το αντικείμενο για το οποίο τσακώνονται, βάζοντάς τους όλους «στο ίδιο σκάφος» («all in the same boat»), δηλαδή να στερηθούν και οι δυο το παιχνίδι που ήθελαν μέχρι να ηρεμήσουν.

Θέλει μεγάλη υπομονή. Το ξέρετε καλά. Η υπομονή μας θα δοκιμαστεί άπειρες φορές. Και δε θα έχουμε πάντα τη διάθεση να δώσουμε λύση, να δώσουμε οδηγίες, να το χειριστούμε ψύχραιμα.

Η επίλυση συγκρούσεων είναι μια πολύ κρίσιμη δεξιότητα που ακόμα και ενήλικες δυσκολεύονται να διαχειριστούν. Μπορεί να μη γίνουν τεράστιες αλλαγές. Αλλά με αυτές τις στρατηγικές, θα είμαστε σε θέση να περιορίσουμε, τουλάχιστον, τον ανταγωνισμό των αδελφιών μεταξύ τους.

Στην πορεία μπορεί να σταματήσουν να τσακώνονται, αλλά να βρουν κάτι άλλο να τραβήξουν την προσοχή μας αν θέλουν να μας «ταρακουνήσουν», να διεκδικήσουν το χρόνο μας. Υπομονή και επιμονή, λοιπόν, και να τους δώσουμε να καταλάβουν ότι η οικογένειά μας είναι το καταφύγιό τους, να νιώσουν ασφαλή, να νιώσουν ότι μπορούν να μιλήσουν για ό,τι θέλουν, για ό,τι τα απασχολεί.

* Το βιβλίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη. Διεθνούς φήμης ειδήμονες στην επικοινωνία μεταξύ ενηλίκων και παιδιών, η Αντέλ Φέιμπερ και η Ιλέιν Μαζλις έχουν κερδίσει την ευγνωμοσύνη των γονιών και την ενθουσιώδη υποστήριξη της επαγγελματικής κοινότητας. Και οι δύο συγγραφείς έχουν διδάξει στο New School for Social Research και στο Family Life Institute (LIU). Διαμένουν στο Λονγκ Άιλαντ της Νέας Υόρκης και είναι η καθεμιά τους μητέρα τριών παιδιών.Όλα του συγγραφέαΒιογραφία συγγραφέα: Mazlish ElaineΔιεθνούς φήμης ειδήμονες στην επικοινωνία μεταξύ ενηλίκων και παιδιών, η Αντέλ Φέιμπερ και η Ιλέιν Μαζλις έχουν κερδίσει την ευγνωμοσύνη των γονιών και την ενθουσιώδη υποστήριξη της επαγγελματικής κοινότητας. Και οι δύο συγγραφείς έχουν διδάξει στο New School for Social Research και στο Family Life Institute (LIU). Διαμένουν στο Λονγκ Άιλαντ της Νέας Υόρκης και είναι η καθεμιά τους μητέρα τριών παιδιών.

Όταν τα παιδιά βαριούνται

Η κόρη μου πέρασε μια φάση – κι ακόμα το κάνει σχετικά συχνά – που μπορούσε να επαναλάβει το «Μαμά, βαριέμαι» περισσότερες από 20 φορές μέσα σε μια μέρα. Ναι, 20 φορές.

Και εγώ πέρασα μια φάση που έψαχνα σαν την τρελή επιλογές δραστηριοτήτων, λίστες και ιδέες, παιχνίδια και βιβλία, όλων των ειδών τις λύσεις για να ικανοποιήσω τη βαρεμάρα της…

Διάβασα σε ένα ξενόγλωσσο site ότι «η φράση «βαριέμαι» είναι το ισοδύναμο των νυχιών που ξύνουν έναν πίνακα κιμωλίας – τρελαίνει τους γονείς«.

Για πολύ καιρό πίστευα ότι κάτι κακό κάνω, ότι δεν τους δίνω το χρόνο που χρειάζονται.

Άργησα αρκετά να καταλάβω ότι όντως θα μπορούσαν πραγματικά να βρουν τις δικές τους ιδέες.

Έχουν ένα δωμάτιο γεμάτο παιχνίδια: λούτρινα, lego, Playmobil, επιτραπέζια, παζλ, χειροτεχνίες, μέχρι και χούλα χουπ, στρώματα γυμναστικής, βαράκια κλπ, αλλά και επιλογές για μεταμφίεση. Τα πράγματα ξεχειλίζουν! Επιπλέον είναι τρία άτομα που γενικά τα βρίσκουν! Έτοιμη παρεούλα! Πραγματικά, δε με πείθουν πλέον.

Η πλήξη τους είναι δικό τους πρόβλημα, όχι δικό μου.

Για πολύ καιρό θεωρούσα ότι έπρεπε να τους βρω μια λύση, να τους πω τη σούπερ ιδέα για το τέλειο παιχνίδι. Και πάντα να τις απορρίπτουν όλες.

Άργησα αρκετά να καταλάβω ότι η δουλειά μας είναι να βεβαιωθούμε ότι έχουν αρκετές επιλογές για παιχνίδι, ότι τους δίνουμε την ευκαιρία να βγουν έξω, να συναντηθούν με άλλα παιδιά, να κάνουν επαρκή χρόνο άσκηση και φυσική δραστηριότητα. Μέχρι εκεί.

Μετά πιστεύω ότι μπορούμε να το αφήσουμε πάνω τους. Εάν η πλήξη των παιδιών είναι όντως ο «κωδικός» για να πουν ότι θέλουν περισσότερο χρόνο με τους γονείς, μπορούμε όντως να προτείνουμε να μας βοηθήσουν σε κάτι που κάνουμε, σε μια δική μας δραστηριότητα ή ασχολία, να απλώσουμε ρούχα, να μαγειρέψουμε, να πάμε μαζί για ψώνια ή και να παίξουμε κάποιο επιτραπέζιο.

Αν δεν ενδιαφέρονται για τις προτάσεις μας, κανένα πρόβλημα. Η αδράνεια δεν είναι καθόλου άσχημη.

Τα παιδιά πρέπει να βαρεθούν. Γιατί εκείνη τη στιγμή το μυαλό τους θα ταξιδέψει, πυροδοτείται η φαντασία τους, βελτιώνεται η δημιουργικότητά τους. Τα παιδιά πρέπει να μάθουν πώς να είναι επινοητικά. Να μάθουν να διαχειρίζονται το λεγόμενο αδόμητο χρόνο τους, το χρόνο για το μη δομημένο παιχνίδι τους.

Μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις μας ως ενήλικες, ακόμη και ως έφηβοι, είναι να μάθουμε να διαχειριζόμαστε καλά το χρόνο μας.

Επομένως, είναι σημαντικό για τα παιδιά να έχουν την εμπειρία να αποφασίζουν μόνοι τους πώς να χρησιμοποιούν περιόδους μη δομημένου χρόνου.

Ο αδόμητος χρόνος δίνει στα παιδιά την ευκαιρία να εξερευνήσουν τον εσωτερικό και εξωτερικό κόσμο τους, να ανακαλύψουν ποιοι είναι, να αναπτύξουν τα μοναδικά τους χαρίσματα. Είναι η αρχή της δημιουργικότητας, να μάθουν να αλληλεπιδρούν με τον εαυτό τους και τον κόσμο, να φαντάζονται και να εφευρίσκουν και να δημιουργούν.

Έτσι, η καλύτερη απάντηση στο «βαριέμαι» είναι: «Υπέροχα! Ανυπομονώ να δω τι θα κάνετε με αυτό το συναίσθημα!».

Μία μαμά που τρέχει από πίσω τους να ικανοποιήσει κάθε στιγμή βαριεστημάρας, δε βοηθάει το παιδί. Απλά γίνεται «η καλή μαμά που δε χαλάει χατήρια».

Μου λέει η Ρέα κάποιες φορές: «Δεν έχω τι να κάνω. Δεν είσαι καλή μαμά, η μαμά του τάδε είναι καλύτερη, γιατί παίζει με τα παιδιά της. Δεν πάει συνέχεια για τρέξιμο ή δεν ασχολείται με τις δουλειές του σπιτιού ή με τον υπολογιστή!»

Για μια μαμά σαν εμένα που νιώθω εύκολα τύψεις, αυτά τα λόγια είναι μαχαιριά στην καρδιά…

Όμως, πλέον, της απαντάω «Αγάπη μου, λυπάμαι που νιώθεις έτσι. Μπορείς αν θες να με βοηθήσεις να μαζέψουμε μαζί τα ρούχα ή να γράψω το άρθρο μου ή να διαβάσουμε μαζί ένα βιβλίο».

Συνήθως παίρνει ένα ύφος αηδίας και αγανάκτησης, κάθεται στον καναπέ ξεφυσώντας και μετά από λίγο λέει «δε με νοιάζει, εγώ ξέρω τι να κάνω για να περάσω ωραία» για να με κάνει να νιώσω άσχημα! Λύθηκε το πρόβλημα!!

Όμως, πρέπει να είμαι σίγουρη ότι όντως δεν έχει πραγματική ανάγκη τον κοινό μας χρόνο. Να την κοιτάξω στα μάτια, να της «δώσω ουσιαστική σημασία».

Εάν τους κρατάμε απασχολημένους με μαθήματα και προγραμματισμένη δραστηριότητα, ή «γεμίζουν» το χρόνο τους με ψυχαγωγία σε οθόνες (screen time), δεν μαθαίνουν ποτέ να ανταποκρίνονται στην αναστάτωση που θα τους οδηγήσει να χτίσουν ένα φρούριο, να γράψουν μια σύντομη ιστορία ή ένα τραγούδι, να οργανώσουν τους φίλους τους και να φτιάξουν μια ταινία.

Αυτά τα «καλέσματα», τα από μέσα τους «καλέσματα», είναι που μας οδηγούν σε εκείνα τα πάθη που κάνουν τη ζωή ουσιαστική.

Ξεκινούν από την παιδική ηλικία – αλλά μόνο όταν τα παιδιά δεν έχουν αυτό τον έλεγχο, το πρόγραμμα. Ξεκινούν όταν αφήνονται ελεύθερα να εξερευνήσουν και να ακολουθήσουν πού τα οδηγούν τα ενδιαφέροντά τους.

Δεν μπορώ να βάλω με το ζόρι τη φαντασία στο μυαλό των παιδιών μου. Μπορώ, ωστόσο, να δημιουργήσω ένα περιβάλλον όπου η δημιουργικότητά τους δεν είναι ένα ακόμα χάος για να το ξεκαθαρίσουμε. Τα παιδιά είναι πάντα πιο χαρούμενα στο παιχνίδι που φτιάχνουν μόνα τους.

Βλέπουμε με τα παιδιά στο κανάλι Disney Junior την παιδική σειρά Bluey, μια οικογένεια σκύλων με δύο παιδιά, η οποία κυρίως πραγματεύεται παιχνίδια που βρίσκουν τα παιδιά μόνα τους. Σε ένα επεισόδιο, ο μπαμπάς σκύλος φεύγει για δουλειά και τα παιδιά είναι απογοητευμένα, γιατί παίζει συνέχεια μαζί τους. Για να τους ηρεμήσει, τους λέει «εσείς θα μείνετε σπίτι να κάνετε τη δική σας δουλειά που είναι να βρίσκετε παιχνίδια.»

Αυτό κάνουν τα παιδιά όταν τα αφήσουμε ελεύθερα. Μας δείχνουν πώς επεξεργάζονται τα συναισθήματα και τις εμπειρίες που είχαν μέσα στη μέρα. Αν παρακολουθήσουμε μια παρέα παιδιών που παίζουν σε μια πλατεία, θα δούμε πώς οργανώνονται σε διαφορετικά παιχνίδια και «μεταμορφώνονται» σε άλλους ρόλους.

Τι γίνεται, όμως, όταν τα παιδιά πραγματικά χρειάζονται βοήθεια με μια δραστηριότητα που θα βάλει τέλος στην πλήξη τους;

Πώς μπορούμε να βοηθήσουμε … ενώ εξακολουθούμε να επιμένουμε ότι η ψυχαγωγία είναι δική τους ευθύνη;

Ειδικά αν περιορίσαμε πρόσφατα τις οθόνες ή αν ξαφνικά έχουν περισσότερο ελεύθερο χρόνο (πχ. διακοπές) μπορούμε να βοηθήσουμε με την πολύ διαδεδομένη λύση του «βάζου βαρεμάρας» (boredom jar).

Μαζί, γράφουμε σε χαρτάκια ιδέες που τα παιδιά θεωρούν διασκεδαστικές και τις βάζουμε στο βάζο. Κάθε φορά που ένα παιδί λέει ότι βαριέται, παίρνει τρία χαρτάκια από το βάζο και επιλέγει μία από τις δραστηριότητες.

Γενικά, όμως, να έχουμε υπόψη μας ότι μόλις τα παιδιά συνηθίσουν τους περιορισμούς στην τηλεόραση και τα ηλεκτρονικά, γίνονται πιο εφευρετικοί στη διασκέδαση και πιο δημιουργικοί στο παιχνίδι.

Δεν είμαστε εμείς ο «διευθυντής των δραστηριοτήτων»

Υπάρχει μεγάλη πίεση να διατηρήσουμε τα παιδιά ενεργά. Να τους εκθέσουμε σε διαφορετικές δραστηριότητες. Να τους βοηθήσουμε να καλλιεργήσουν τα ταλέντα τους, να εξελιχθούν στα γράμματα, τον αθλητισμό ή τη μουσική. Τα βιντεοπαιχνίδια και οι ταινίες έχουν «ρυθμίσει» τα παιδιά να λαχταρούν τον ενθουσιασμό και τη συνεχή κίνηση.

Τα παιδιά δεν έχουν συνηθίσει να βαριούνται.Έχουν συνηθίσει να διασώζονται από αυτό το άβολο συναίσθημα. Αλλά θέλει υπομονή και χρόνο. Είναι μια νέα πρόκληση για όλους.

Παίζουμε το ρόλο του διευθυντή δραστηριότητας για πολύ καιρό. Ας υπενθυμίσουμε στον εαυτό μας τις θετικές πτυχές της πλήξης … είναι οκ τα παιδιά μας να βαριούνται!

Ιδέες για δραστηριότητες

Κατά διαστήματα έχουμε βρει ψάχνοντας πολύ ωραίες ιδέες online για τα παιδιά. Υπάρχουν μαμάδες bloggers, σούπερ μαμάδες που ασχολούνται πολύ ενεργά με τις δραστηριότητες για παιδιά και μας προσφέρουν έτοιμες υπέροχες και πρωτότυπες λύσεις για το βάζο της βαρεμάρας και όχι μόνο:

Τι κάνω όταν το παιδί βαριέται; Ένα εκτυπώσιμο κατά της πλήξης

Crafty details: Μαμά Βαριέμαι– Βάζο Της Βαρεμάρας

22 πράγματα που μπορείτε να κάνετε όταν το παιδί σας λέει, «Μαμά, βαριέμαι»

Μαμά βαριέμαι από την Aspaonline.gr

Κάθε νέα ιδέα ευπρόσδεκτη!!!

Εάν θεωρήσατε χρήσιμη αυτήν την ανάρτηση, μη διστάσετε να τη μοιραστείτε! Είναι αποδεδειγμένο γεγονός ότι η γενναιοδωρία σας κάνει πιο ευτυχισμένο άτομο!! 🙂

Οι μαμάδες του instagram

Οι μαμάδες του instagram είναι μια κατηγορία από μόνες τους. Όπως έχω ξαναγράψει, οι μαμάδες, βάσει ερευνών, είναι ένας από τους βασικούς καθημερινούς χρήστες στο #instagram παγκοσμίως. 


Αφορμή για το άρθρο αυτό ήταν κάτι που διάβασα πριν λίγο καιρό σε ένα story από αγαπημένο μου λογαριασμό στο instagram σχετικά με την προβολή της μητρότητας στο instagram. 
Η Μαρία σχολίαζε ένα άρθρο της «Α, μπα» από το lifo.gr* και έγραφε: «Το πρόβλημα δεν είναι φυσικά η μητρότητα, αλλά η προβολή της με ένα συγκεκριμένο τρόπο: αυτό το «Proud Mother» στο βιογραφικό που θυμίζει «Άλλη δεν έκανε το γιο, μόνο η Μαριώ το Γιάννη.»


Το ίδιο απόγευμα άρχισα μια μεγάλη κουβέντα με την αδερφή μου στο καθιερωμένο μας καφεδάκι, γιατί έχω γράψει κι εγώ παλιότερα στο instagram προφίλ μου #ProudMom. 
Το άρθρο στο οποίο αναφερόταν η Μαρία, έγραφε ότι κάποιοι βλέποντας αυτό το «περήφανη μαμά δύο παιδιών» κλπ στα instagram προφίλ ξενερώνουν και θεωρούν ότι ίσως δεν έχει κάτι άλλο να επιδείξει η συγκεκριμένη γυναίκα εκτός της μητρότητας. 
Με έβαλε σε πολλές σκέψεις.

Μήπως κι εγώ περηφανεύομαι για τη μητρότητα επειδή δεν έχω καταφέρει τίποτα άλλο; 

Καταθέτω, λοιπόν, εδώ όλα όσα πέρασαν από το μυαλό μου για να με πείσω ότι δεν ισχύει κάτι τέτοιο και γιατί υπάρχει αυτή η προβολή της μητρότητας από τις γυναίκες που έχουν γίνει μαμάδες.

Όταν γινόμαστε γονείς

Από την πρώτη στιγμή που φέρνουμε στον κόσμο ένα μωρό (ή και όταν μαθαίνουμε ότι περιμένουμε μωρό) είναι λογικό να το θεωρούμε το κέντρο του κόσμου, αφού όλη η ζωή μας αλλάζει, το σώμα μας αλλάζει, ο τρόπος που σκεφτόμαστε αλλάζει. Πλέον έχουμε νέες υποχρεώσεις και τη συνολική, απόλυτη ευθύνη για ένα επιπλέον άτομο εκτός του εαυτού μας.

Αν έχουμε λογαριασμό στο instagram είναι λογικό να ανεβάζουμε συνέχεια σχετικές αναρτήσεις, αφού ειδικά στην αρχή το μωρό είναι όλη μας η καθημερινότητα. Επιπλέον, σε όλη την πορεία ανάπτυξης του παιδιού μας, έχουμε χίλιες απορίες και προβληματισμούς για το πώς να χειριστούμε διάφορα θέματα. 
Όταν γέννησα την κόρη μου άρχισα το blogging, γιατί από το πολύ ψάξιμο online για το μωρό, διαπίστωσα ότι θα ήθελα να τα έχω συγκεντρωμένα όλα αυτά τα θέματα: από το καθάρισμα ενός αφαλού νεογέννητου μέχρι το πώς το βάζω για ύπνο πιο εύκολα κλπ. Όμως είναι αλήθεια ότι ένιωθα απομονωμένη κοινωνικά, κλεισμένη σε ένα σπίτι με το μωρό λόγω θηλασμού, όσο παρών κι αν ήταν ο άνθρωπός μου σε όλη τη διαδικασία. Κάτι παρόμοιο έγινε και στο γιο μου ένα χρόνο μετά. Ασχολούμουν περιστασιακά με τα social media και δεν ανέβαζα και φωτογραφίες των παιδιών μου.

Instagram μαμαδοκοινότητες

Το instagram έγινε καθημερινή συνήθεια αργότερα, όταν γέννησα το τρίτο μου παιδί και βρήκα μια ευχάριστη εναλλακτική στην τηλεόραση κατά τους μαραθώνιους μεταμεσονύχτιους θηλασμούς. 

Γνώρισα υπέροχους ανθρώπους με τους οποίους ήμασταν για τους ίδιους λόγους ξύπνιοι και μοιραζόμασταν τους προβληματισμούς μας. Έτσι αγάπησα το instagram. Γιατί μου σύστησε ανθρώπους που με στηρίζουν, που μου δίνουν έμπνευση και δύναμη. 

Είμαστε οι #millennialmoms και έχουμε φτιάξει κοινότητες για κάθε είδους ενδιαφέρον μας και, φυσικά, για να μιλήσουμε για τα παιδιά μας.
Ανεβάζουμε αληθινές στιγμές από την καθημερινότητά μας, ψάχνουμε να βρούμε τη μαμά που νιώθει το ίδιο με εμάς. Παλεύουμε να ισορροπήσουμε οικογένεια και δουλειά, υποχρεώσεις και αγαπημένες μας ασχολίες. 

Σίγουρα η μητρότητα (και η πατρότητα φυσικά) είναι βασικό στοιχείο μας και επηρεάζει κάθε μας κίνηση και επιλογή. Δεν είμαστε ανεξάρτητοι, αφού κάθε επιλογή μας επηρεάζει κι άλλα άτομα. 

Μιλώντας από την προσωπική μου εμπειρία, η μητρότητα μού έδωσε μια αυτοπεποίθηση ξεχωριστή. Όσα κι αν είχα καταφέρει στη ζωή μου μέχρι τότε, η στιγμή της γέννας μου και το πόσο καλά τα κατάφερνα με το θηλασμό και με το να συνδυάζω μητρότητα και εργασία, μου έδωσαν δύναμη και σιγουριά. Την αίσθηση ότι μπορώ να καταφέρω τα πάντα. 

Μία «παγίδα» υπάρχει μόνο.

Να μπούμε στο χώρο της επιφανειακής προβολής, της ωραιοποίησης, της ψεύτικης ιδανικής ζωής.

Είμαστε η αλλαγή που θέλουμε να δούμε και πρέπει να αναζητούμε αληθινές συνδέσεις, αυθεντικές ματιές στη ζωή μας. 

Πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι εμείς ελέγχουμε την εμπειρία μας: με ποιους συνδεόμαστε, τι και πώς σχολιάζουμε, πόσο εκφράζουμε την αλήθεια μας. 

Δεν είμαστε απλά μαμάδες. 

Έχουμε όνειρα, πάθη, ενδιαφέροντα. Έχουμε τη δική μας ζωή, τη δική μας ταυτότητα. Και θέλουμε να είμαστε το σωστό παράδειγμα για τα παιδιά μας: δυναμικές και δυνατές, ισορροπημένες και ανεξάρτητες. Η μητρότητα δεν είναι η επιτυχία μας.

Το ότι τα καταφέρνουμε παρόλες τις δυσκολίες, υποχρεώσεις και παρόλον αυτόν τον ωκεανό πληροφοριών που δεχόμαστε κάθε μέρα, κάθε λεπτό – αυτό είναι επιτυχία.

*Διαβάστε εδώ το άρθρο της A, μπα από το lifo.gr

Τηλεκπαίδευση και χρόνος στις οθόνες: Πόσο κακό είναι τελικά;

Είναι 4 το απόγευμα τη στιγμή που γράφω αυτό το άρθρο και είμαστε και οι πέντε μας μπροστά σε μια οθόνη: τα δύο μεγάλα παιδιά μας έχουν online μάθημα στο δημοτικό σχολείο, ο άντρας μου παρακολουθεί συνέδριο online, ο Λεωνίδας βλέπει παιδικά για να μην ενοχλεί τα αδέρφια του και εγώ γράφω τα δικά μου πάλι.

Παλιότερα, θα αγχωνόμουν με τόσες ώρες οθόνης και θα έφτιαχνα πλάνο και ξανά πλάνο με τις ώρες και τα όρια. Πλέον είναι μια τυπική μέρα, ένα τυπικό καθημερινό απόγευμα.

Τεχνολογία από κούνια

Η αλήθεια είναι ότι τα παιδιά μας μεγαλώνουν ούτως ή άλλως μέσα στην τεχνολογία. Από πολύ μικρά τα παιδιά μας είναι εξοικειωμένα με το YouTube στα κινητά μας, με τη μαμά που βγάζει φωτογραφίες και σέλφι, με τον μπαμπά που τους δείχνει online παζλ και παιχνίδια. Και φυσικά, μια τηλεόραση που είναι η εύκολη λύση των γονιών όταν έχουν δουλειά.

Τεχνολογία τον καιρό του κορωνοϊού

Όμως, από τη στιγμή που μπήκε στη ζωή μας ο κορωνοϊός, ο χρόνος στις οθόνες έχει γίνει περισσότερος και για τους γονείς και για τα παιδιά: τηλεργασία και τηλεκπαίδευση είναι νέες έννοιες που πλέον χρησιμοποιούμε καθημερινά.

Ακόμα και οι δραστηριότητες των παιδιών (μαθήματα αγγλικών, μουσικής κλπ) γίνονται online και μιλάμε με βίντεο – κλήσεις με τους συγγενείς και φίλους που πλέον δε συναντάμε από κοντά.

Ακόμα και ο χρόνος μας στα social media είναι περισσότερος, αφού περνάμε πολύ χρόνο να ενημερωνόμαστε, να σχολιάζουμε όλες τις εξελίξεις, να ανεβάζουμε τι μαγειρέψαμε, τι διαβάσαμε, τι γυμναστική κάναμε, πώς τα βγάζουμε πέρα συνδυάζοντας δουλειά και παιδιά στο σπίτι. Επιπλέον, κάποιοι έχουν σταματήσει να εργάζονται εντελώς αυτή την περίοδο.

Δεν είναι τυχαίο που οι αγορές σε τηλεοράσεις, κονσόλες παιχνιδιών, οι λήψεις εφαρμογών κλπ έχουν αυξηθεί ραγδαία από την έναρξη της πανδημίας.

Παρόλο, λοιπόν, που μέρος αυτού του χρόνου μπροστά στις οθόνες σχετίζεται με απομακρυσμένη διδασκαλία σε εικονικές αίθουσες διδασκαλίας, τα παιδιά περνούν μεγάλο μέρος του ελεύθερου χρόνου τους και πάλι σε οθόνες, αφού είναι πολλές οι ώρες που περνούν εντός σπιτιού.

Ως γονείς σίγουρα θα περνάει από το μυαλό μας αν όλο αυτό είναι φυσιολογικό κι αν μπορούμε να κάνουμε κάτι για να μετριάσουμε τον οθονο-χρόνο (screen time).

Όμως, όπως και σε όλα τα θέματα, χρειάζεται ψυχραιμία. Πιστεύω πως δε χρειάζεται να μας πιάνει πανικός. Δε χρειάζεται να παρουσιάζουμε στα παιδιά μας την οθόνη σαν κάτι προβληματικό, σαν μια ασθένεια που πρέπει να γιατρευτεί. Δεν είναι ένα ζήτημα άσπρο ή μαύρο.

Πώς θα μπορούσαμε να το διαχειριστούμε όλο αυτό;

Καλώς ή κακώς, η τεχνολογία πλέον είναι κυρίαρχη στη ζωή μας και είναι και απαραίτητη. Οι συστάσεις για ακριβή χρόνο ανά ηλικία ίσως δεν αντιπροσωπεύουν στην ουσία την πραγματικότητα του τρόπου με τον οποίο χρησιμοποιούμε πλέον τα μέσα.

Σίγουρα, τα παιδιά μας χρησιμοποιούν οθόνες για να παρακολουθούν κινούμενα σχέδια, αλλά και για να επικοινωνήσουν με δασκάλους, συμμαθητές και παππούδες.

Δεν είναι δυνατόν να μετράμε ακριβώς και να νιώθουμε τύψεις για το χρόνο που περνάει όταν το παιδί μιλάει με τους φίλους του σε βίντεο – κλήση, ούτε όταν η κατάσταση έχει βγει εκτός ελέγχου στο σπίτι και οι γονείς θέλουν απλά λίγο χρόνο να ηρεμήσουν.

Οι γονείς δεν μπορούν πλέον να είναι προσκολλημένοι σε χρονικά όρια, όμως, έχουν την υποχρέωση να διασφαλίσουν ότι η έκθεση του παιδιού σε οθόνες είναι ασφαλής και ισορροπημένη.

Θεωρώ πως έχουμε τη δυνατότητα να διατηρήσουμε τις εκτός σύνδεσης (offline) εμπειρίες. Να γυρίσουμε υπέρ μας την κατάσταση. Να τους ρωτήσουμε τι βλέπουν, να παίξουμε μαζί τους ηλεκτρονικό, να «μπούμε στο νόημα» στο έργο που παρακολουθούν.

Τα παιδιά μου ενθουσιάζονται όσες φορές πετάω μια ατάκα ότι δήθεν ξέρω την υπόθεση του επεισοδίου. Αμέσως μου ζητάνε να καθίσω δίπλα τους και ξεκινάνε να μου αφηγούνται όλη την ιστορία. Δεν έχω πάντα διάθεση να το κάνω, αλλά δεν με πειράζει πού και πού να έχουν αυτοί τον πρώτο λόγο, να είναι αυτοί οι πρωταγωνιστές της κουβέντας.

Η προσφορά εναλλακτικής είναι η καλύτερη λύση για να μειωθεί ο χρόνος μπροστά στις συσκευές, όπως μια βόλτα έξω, το να διαβάσουμε ένα βιβλίο μαζί, να παίξουμε ένα επιτραπέζιο.

Αυτό που θέλω να τηρώ, αλλά ακόμα δεν τα καταφέρνω πολύ καλά, είναι να μη χρησιμοποιούν οθόνες τουλάχιστον μία ώρα πριν από τον ύπνο.

Το σίγουρο είναι ότι δε χρειάζεται να το κάνουμε μείζον θέμα στο σπίτι μας.

Ένα πλάνο στο μυαλό μας είναι καλό να το έχουμε όταν αρχίσουν να χρησιμοποιούν οθόνες, αλλά κι αν κάποιες φορές βγαίνουμε εκτός πλάνου, δε χάθηκε κι ο κόσμος.

Σε γενικές γραμμές, όμως, έχω καταλάβει ότι τα παιδιά – όσο κι αν μας ακούγεται περίεργο – νιώθουν ασφαλή με τη ρουτίνα και το πρόγραμμα, ειδικά σε απρόβλεπτες εποχές.

Τα τρία «c»

Ψάχνοντας online για το θέμα, ανακάλυψα το κουίζ με τα τρία C «Three C’s»: Παιδί, περιεχόμενο και πλαίσιο (Child, content and context.) (βιβλίο «Tap, Click, Read» των Lisa Guernsey και Michael H. Levine, εκδ. Jossey-Bass/Wiley.)

Παιδί

Σχετικά με το παιδί, μετράτε τους πόντους που συγκεντρώνετε σε ερωτήσεις όπως: «Βλέπετε συγκεκριμένα προγράμματα/μέσα που βοηθούν το παιδί να αναπτύξει κινητικές ή κοινωνικές δεξιότητες ή ανάπτυξη γλώσσας;» (+1 πόντος), «Δίνετε προσοχή ή ρωτάτε αρκετές ερωτήσεις στο παιδί σας για να πει αν «εμπλέκεται» (engaged) με αυτό που βλέπει στην οθόνη; Ενεργεί ή μιλάει γι’ αυτό που βλέπει;» (+1 πόντος)

Περιεχόμενο

Σχετικά με το περιεχόμενο, απαντάμε σε ερωτήσεις όπως «Το παιδί παρακολουθεί βίντεο ή παίζει παιχνίδια που είναι βίαια ή το τρομακτικά ή το τρομάζουν;» (-2 πόντοι), «Το παιδί τα αναπαράγει με τη φαντασία του εκτός οθόνης;» (+2 πόντοι) κλπ.

Πλαίσιο

«Αφήνετε την οθόνη ή την τηλεόραση ανοιχτή ακόμα και όταν κανείς δεν παρακολουθεί;» (-2 πόντοι) «Έχετε στιγμές στις οποίες παρακολουθείτε από κοινού ή παίζετε με το παιδί σας;» (+2 πόντοι) «Χρησιμοποιείτε τα μέσα κατά τη διάρκεια του γεύματος με τέτοιο τρόπο που να εμποδίζει τη συνομιλία;» (-1 πόντος) κλπ.

Δείτε εδώ ολόκληρο το κουίζ

Νέα δεδομένα – νέες ρουτίνες

Αυτή η κατάσταση με την πανδημία μπορεί να συνεχιστεί για μεγάλο χρονικό διάστημα, οπότε ίσως θα πρέπει να δημιουργήσουμε νέες ρουτίνες, να εστιάσουμε σε συνήθειες που είναι πιο πρακτικές, πιο υλοποιήσιμες.

Και ας μην νιώθουμε ένοχοι που οι συσκευές χρησιμοποιούνται περισσότερο από ό,τι παλιότερα.

Το να περιορίσουμε τη χρήση τους αυτή τη στιγμή είναι τουλάχιστον ουτοπικό.

Στο κάτω κάτω τα παιδιά χρειάζονται την ηρεμία και την ασφάλεια του περιβάλλοντός τους, των γονιών τους.

Γνωρίζουμε το παιδί μας καλύτερα από οποιονδήποτε άλλο και εμείς είμαστε το πιο ιδανικό άτομο να αποφασίσει το σωστό χρόνο και την ποιότητα των μέσων που χρησιμοποιεί το παιδί μας.

Πρέπει, όμως, να θυμόμαστε ότι εμείς είμαστε το παράδειγμα για τα παιδιά μας και από τη δική μας συμπεριφορά διαμορφώνουν και τη δική τους. Ας σκεφτούμε κι εμείς να κάνουμε ένα διάλειμμα από τις δικές μας οθόνες.

Πώς τα πάτε με την τηλεκπαίδευση και τις οθόνες;