Αρχείο ετικέτας #Parenting

Όταν τσακώνονται τα παιδιά μας

Μα γιατί δεν μπορούν απλά να τα πάνε καλά;

Γιατί δεν μπορούν να μείνουν μονοιασμένα για μια ώρα;

Γιατί δεν μπορούν έστω να συνυπάρξουν χωρίς προβλήματα; 

Ας το παραδεχτούμε – ανεξάρτητα από το πόσο ωραία παίζουν τα παιδιά για ένα λεπτό, μια ώρα, δύο ώρες (και πολύ λέω), αμέσως μετά ξεκινάνε οι χαρακτηρισμοί, τα νεύρα οι φωνές, ακόμα και τα δάκρυα και οι «μάχες» στα χέρια.

Είναι αναπόφευκτο, το ξέρω και πρέπει να το πάρω απόφαση. Κι εμείς έτσι κάναμε με τα αδέρφια μας κλπ κλπ. Αλλά υπάρχει κάτι που – περισσότερο διαβάζοντας, παρά εμπειρικά – με ταρακούνησε στους αδερφικούς καβγάδες. Υπάρχει μια παγίδα σε όλη αυτή την απλούστευση του «ανταγωνισμού» ανάμεσα στα αδέρφια.

Δεν είναι τόσο απλό όσο το «κι εμείς έτσι κάναμε». 

Παρόλο που οι καβγάδες ανάμεσα στα αδέρφια είναι συνηθισμένο φαινόμενο στις οικογένειες, ανέκαθεν ήταν, υπάρχουν κάποια πράγματα στα οποία οι γονείς πρέπει να  δώσουν ιδιαίτερη σημασία.

Δεν υπάρχει το «αφού με τον ίδιο τρόπο μεγαλώνουν». 

Δεν μπορεί ο γονιός να ισχυριστεί ότι η συμπεριφορά του είναι πανομοιότυπη σε όλα τα παιδιά του. Ούτε η εμπειρία του σαν γονιός είναι ίδια, ούτε η διάθεσή του είναι η ίδια, ούτε ο ίδιος ο χαρακτήρας του μπορεί να είναι ίδιος. Η ίδια η δυναμική στην οικογένεια είναι διαφορετική όταν έρχεται το πρώτο παιδί της οικογένειας. Είναι διαφορετική κι όταν έρχεται το δεύτερο παιδί, ενώ υπάρχει ήδη δηλαδή ένα παιδί στο σπίτι κ.ο.κ.

Είμαι μαμά 3 παιδιών και έχω διαβάσει, έχω συζητήσει, έχω ψάξει για το θέμα όσο μπορώ. Πλέον ξέρω καλά ότι ευθύνομαι για πολλές από τις συμπεριφορές των παιδιών μου και φυσικά (θέλω να πιστεύω ότι) γνωρίζω τις (μεγάλες) διαφορές στη συμπεριφορά μου, τις διακρίσεις που έχω κάνει και κάνω ακόμα στα τρία μου παιδιά. 

Δεν υπάρχει τίποτα πιο ικανοποιητικό από το να βλέπεις τα παιδιά σου να παίζουν όμορφα μαζί, να μιλάνε, να συνεννοούνται, να στηρίζει το ένα το άλλο εντός και εκτός σπιτιού. 

Το βιβλίο των Faber Adele και Mazlish Elaine «Αδέλφια, όχι αντίπαλοι. Βοηθήστε τα παιδιά σας να ζουν μαζί αρμονικά«* μου το έφερε δώρο η αδερφή μου και ενώ είχα γίνει για δεύτερη φορά μαμά. 

Κατάφερα να το διαβάσω πριν λίγο καιρό. Μάλλον τώρα αισθάνθηκα τόσο έντονα την ανάγκη να βρω μια λύση σε όλους αυτούς τους καβγάδες, σε όλα αυτά τα νεύρα και τις φωνές. 

Εξάλλου, αν τα αδέλφια είναι χαρούμενα, η μαμά είναι ευτυχισμένη! Τρου στόρι. 

Γιατί, λοιπόν, υπάρχει αυτή η αδελφική αντιπαλότητα;

Πρέπει να προσπαθήσουμε να δούμε το ζήτημα από την οπτική των παιδιών μας: το πρώτο παιδί μας ήταν το μοναδικό επίκεντρο της προσοχής μας.  Με την πρώτη φορά που μας μιλούσε απαντούσαμε, με το που μας ζητούσε κάτι το κάναμε, παίζαμε μαζί του συνέχεια και δε χρειάστηκε να μοιραστεί τον χρόνο ή τα παιχνίδια του με κανέναν.

Ύστερα ήρθε το μωρό…

Ένας άγνωστος με άγνωστες προθέσεις και σκοπούς, που είναι το νούμερο ένα θέμα συζήτησης εδώ και 8-9 μήνες, και τώρα η μαμά πρέπει να ταΐσει το νέο μέλος, να το κοιμήσει, να περιμένει ο μπαμπάς να τελειώσει την αλλαγή της πάνας του για να μπορέσει να παίξει μαζί του. Και να του κάνουν και παρατηρήσεις ότι μιλάει δυνατά, ότι πρέπει αναγκαστικά να κατανοήσει τις ανάγκες του μωρού, ότι είναι ο μεγάλος και πρέπει να συμπεριφέρεται ανάλογα.

Όσο τα παιδιά μεγαλώνουν, ανταγωνίζονται για το χρόνο των γονιών αλλά και για τα ίδια παιχνίδια και όσο το μικρότερο αδερφάκι γίνεται πιο ανεξάρτητο, «ξεσηκώνεται» γιατί «κουράστηκε» να του κάνει κουμάντο ο μεγάλος αδερφός.

Με άλλα λόγια, αυτό που διάβασα και στο βιβλίο και το έχω διαβάσει και σε άλλα βιβλία για σχολές γονέων κλπ, το ερώτημα είναι λογικό: πώς θα αισθανόμασταν αν ο σύζυγός μας έφερνε στο σπίτι κάποια άλλη σύζυγο και περίμενε να την καλοδεχτούμε; Αυτό, λοιπόν. Κάπως το κατανοούμε λίγο τώρα, ε;

Επειδή τα μικρά παιδιά δεν είναι σε θέση να εκφράσουν αυτές τις απογοητεύσεις προφορικά, το κάνουν με κακή συμπεριφορά – αρνούνται να μοιραστούν, χτυπάνε, σπρώχνουν, φωνάζουν κ.λπ.

Πώς μπορούμε να σταματήσουμε αυτόν τον αδελφικό ανταγωνισμό;

Αν και δεν μπορούμε να σταματήσουμε εντελώς τον ανταγωνισμό των παιδιών μας, θα μπορούσαμε, ίσως, να μειώσουμε τη συχνότητά τους και να διασφαλίσουμε ότι τα παιδιά μας δε θα «κουβαλάνε» αυτόν τον ανταγωνισμό και όσο μεγαλώνουν με απωθημένα και αισθήματα αδικίας. Κι αν μπορούμε να έχουμε και λιγότερες φωνές και περισσότερη ηρεμία στο σπίτι, χίλιες φορές καλοδεχούμενα!

Τι μου έμεινε από το βιβλίο, λοιπόν, και τι με βοήθησε λίγο τον τελευταίο καιρό να διαχειρίζομαι όσο πιο αποτελεσματικά μπορώ -και όσο μου το επιτρέπει η ψυχραιμία και η κατάστασή μου φυσικά- τις «ομηρικές μάχες»:

1. Δε βάζουμε ταμπέλες

Γενικά μας είναι πολύ εύκολο να βάζουμε ταμπέλες στους ανθρώπους και να τους κατηγοριοποιούμε – ο έξυπνος, ο δημοφιλής, ο αθλητικός, ο ταλαντούχος κ.λπ. Οι ταμπέλες μας βοηθούν να κατηγοριοποιήσουμε πράγματα και καταστάσεις.

Όταν, όμως, πρόκειται για τα παιδιά μας, οι ταμπέλες (εσκεμμένες ή ακούσιες) αυξάνουν δραματικά τον ανταγωνισμό μεταξύ των αδελφών. Σκεφτείτε το. Όταν μιλάμε για το «μαθηματικό μυαλό» μας, τον «ιδιότροπο στο φαγητό», τον «γκρινιάρη» μας, το «φωνακλά» μας, το «ντροπαλό» μας κάνουμε συγκρίσεις μεταξύ των παιδιών μας χωρίς να το καταλαβαίνουμε.

Όταν αναφερόμαστε σε ένα παιδί ως «αθλητικό», το άλλο παιδί σκέφτεται αυτόματα ότι «δεν είμαι το αθλητικό» (οπότε γιατί να το δοκιμάσει) ή όταν ένα παιδί είναι «πολύ καλό στο φαγητό», το άλλο υποθέτει ότι λογικά ο ίδιος είναι ο ιδιότροπος.

Με την «κατηγοριοποίηση» των παιδιών μας, τοποθετούμε ακούσια τα παιδιά σε έναν ρόλο – είτε τους αρέσει είτε όχι – και δημιουργούμε συγκρίσεις μεταξύ των αδελφών. Αυτό το ένιωσα και με την αδερφή μου μεγαλώνοντας, αλλά ευτυχώς δεν επηρέασε τη μεταξύ μας σχέση. Εγώ ήμουν αυτή που «ξυπνούσε εύκολα» οπότε είχα την ευθύνη να την ξυπνήσω για το σχολείο, να είμαι σίγουρη ότι θα φτάσουμε έγκαιρα. Αυτή ήταν η πιο θαρραλέα, οπότε πάντα ένιωθε ότι πρέπει να με προστατέψει. Εγώ ήμουν η πιο υποχωρητική και πιο χαμογελαστή, οπότε κουβαλάει μέχρι σήμερα την ταμπέλα της γκρινιάρας και απαιτητικής, ρόλο τον οποίο τον κουβαλούσε για πολλά χρόνια. Αυτό ήταν κακό και γι’αυτή, αλλά και για μένα που θεωρούσα ότι «δε με παίρνει» να γίνω γκρινιάρα ή απαιτητική και ήθελα πάντα να έχω το ρόλο του «καλού παιδιού» που κάνει χαρούμενους τους γονείς του.

Όταν αφήσουμε τις ταμπέλες, θα διαπιστώσουμε γρήγορα ότι δίνουμε στο «όχι τόσο αθλητικό» παιδί μας την ευκαιρία να λάμψει ακόμα κι αν δεν είναι αστέρι.  Δίνουμε στο μαθητή που δεν παίρνει τόσο καλούς βαθμούς, την ευκαιρία να είναι περήφανος για τη σκληρή δουλειά του. Δίνουμε στο «άγριο, ζωηρό παιδί» την ευκαιρία να κάνει το σωστό.

Το κλειδί είναι να επικροτήσουμε τα θετικά χαρακτηριστικά, όπως την ομαδικότητα, την επιμονή, την καλοσύνη. Τα αδέλφια μπορούν να μάθουν να αλληλεπιδρούν μεταξύ τους αντί να ανταγωνίζονται για την έγκριση των γονιών τους.

2. Διαχειριζόμαστε την προσοχή που τους δίνουμε

 Ένας από τους βασικούς λόγους που παλεύουν τα παιδιά είναι να κερδίσουν την προσοχή των γονιών τους – στα μάτια τους, ακόμη και η αρνητική προσοχή είναι καλύτερη από το τίποτα.

Για να ικανοποιήσουμε την ανάγκη προσοχής των παιδιών μας, μια ωραία λύση θα ήταν να σχεδιάσουμε να δώσουμε σε κάθε παιδί τουλάχιστον 10-15 λεπτά. Λίγα λεπτά από την ημέρα με επίκεντρο την προσοχή μας στο συγκεκριμένο παιδί και χωρίς να αναφερόμαστε συνέχεια στα άλλα παιδιά που «λείπουν»: να πιούμε μαζί στο τραπέζι μια ζεστή σοκολάτα, να φτιάξουμε ένα παζλ, να δούμε μαζί το αγαπημένο του βιντεάκι, να φτιάξουμε ένα κτίριο lego, να ζωγραφίσουμε, να χορέψουμε, να πάμε σούπερ μάρκετ οι δυο μας.   

Ό, τι και να επιλέξει το παιδί, ό,τι του αρέσει για να νιώσει σημαντικό στην καρδιά της μαμάς ή του μπαμπά. Και χωρίς το κινητό στα χέρια μας (το λέω για να το ακούω!) Να είναι το παιδί μας αυτά τα δέκα λεπτά το κέντρο του σύμπαντός μας. Και να πούμε και στο τέλος πόσο όμορφα περάσαμε, αν και είναι σίγουρο ότι το ίδιο το παιδί θα ρωτήσει αν μας άρεσε όπως άρεσε και σε εκείνο.

Η μεγαλύτερη συναισθηματική σύνδεση και η θετική προσοχή στο παιδί θα πάρουν τη θέση της αρνητικής προσοχής που επιδιώκει με την κακή συμπεριφορά στο αδερφάκι του.

3. Δείχνουμε κατανόηση στα συναισθήματά τους

Αυτό είναι κάτι που το τηρώ με μεγάλη επιτυχία τον τελευταίο κυρίως χρόνο. Όταν μου λένε κάτι πάντα το επαναλαμβάνω αναγνωρίζοντας πώς νιώθουν: «είσαι έξω φρενών με τον αδερφό σου ε; Πρέπει να σε νευρίασε πάρα πολύ με αυτό που έκανε. Βλέπω ότι δυσκολεύεσαι να ηρεμήσεις.»

Δεν ξέρω αν ακούγεται περίεργο αυτό, αλλά πραγματικά κάθε φορά που λέω κάτι τέτοιο με κοιτάζουν με ύφος «ναι, όντως, καλά το κατάλαβες, σε ευχαριστώ». Σίγουρα, με αυτό που λέω δίνω χώρο να αρχίσει να λέει όλα τα αρνητικά και να χαρακτηρίζει τον αδερφό του ασταμάτητα και με νεύρα, αλλά ξέρει ότι είμαι εκεί για να τον ακούσω. Μόλις δω ότι μπορώ να μιλήσω, ότι με ακούει, ζητάω να μου προτείνει λύσεις. Αν έχω όρεξη, κάθομαι και τις γράφω κιόλας. Την τελευταία φορά η κόρη μου πρότεινε να στείλουμε τον αδερφό της στο ορφανοτροφείο. Ξεκίνησα να το γράφω στις προτεινόμενες λύσεις. Μου λέει «μαμά, τι κάνεις; Να γράψουμε κάτι που γίνεται.» Και άρχισε να γελάει. Αυτό ήταν.

4. Δίνουμε «τα εργαλεία» για την επίλυση

Όταν συμβαίνουν μεγάλες μάχες, πολλοί γονείς χρησιμοποιούν το time out ως τρόπο εκτόνωσης της κατάστασης. Το έχω δοκιμάσει αλλά δε βοήθησε ιδιαίτερα. Ίσα ίσα άρχισαν διαμάχες «γιατί εγώ; Αυτός έφταιγε!» κ.λπ.

Έχω στο μυαλό μου (επαναλαμβάνω, χωρίς να το τηρώ πάντα γιατί δεν έχω πάντα καλή διάθεση…) να τους διδάξω δεξιότητες επίλυσης των συγκρούσεων. Προσπαθώ να τους πω πχ «εγώ θα του απαντούσα…..», «θα μπορούσες να του πεις….» και πάντα βάζω λίγη «σάλτσα» «αφού εσύ τον ξέρεις καλύτερα από μένα, εσύ έχεις τον τρόπο σου σε τέτοια θέματα» κ.λπ.

Όταν είναι εκτός εαυτού δεν ακούνε τίποτα, οπότε αν δεν μπορούμε να τους ηρεμήσουμε, θα πρέπει να περιμένουμε (και να τους πούμε ότι θα περιμένουμε) μέχρι να ηρεμήσουν. Προσπαθώ πολύ ειδικά με την κόρη μου να μάθει να ελέγχει την ψυχραιμία της γιατί με το που θα νευριάσει φτάνει στα όριά της: περπάτησε λίγο μακριά από τον αδερφό σου, μέτρα μέχρι το 20, πάρε βαθιές ανάσες, κάνε γιόγκα (να καθίσει οκλαδόν εννοώ στη γνωστή στάση) κ.λπ.

5. Προσπαθούμε να μείνουμε μακριά από τις διαμάχες

Αυτό μπορεί να μας εκπλήσσει, αλλά το καλύτερο πράγμα που μπορούμε να κάνουμε όταν αρχίσει να δημιουργείται μια διαφωνία είναι να το αγνοήσουμε. Πάμε στο άλλο δωμάτιο να κάνουμε κάτι άλλο. Να μη δώσουμε προσοχή στη διαμάχη.

Αγνοώντας τη διαμάχη, δεν ανταμείβουμε την αρνητική συμπεριφορά με το να δίνουμε την προσοχή μας σαν να είναι το πιο σημαντικό πράγμα του κόσμου και τους δίνουμε την ευκαιρία να το επιλύσουν μόνοι τους.

Φυσικά, αν ο αγώνας κλιμακωθεί και έχει αρχίσει η κατάσταση και γίνεται επικίνδυνη και νιώθουμε ότι είναι απαραίτητη η παρέμβαση, μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε τη δραστική λύση: «βλέπω ότι η κατάσταση έχει γίνει επικίνδυνη και πρέπει να χωριστείτε τώρα» οπότε τους αλλάζουμε δωμάτιο μέχρι να ηρεμήσουν.

Όταν το κάνω αυτό, η κόρη μου λέει «ωραία, θα πάω στο δωμάτιό μου» και ο γιος μου λέει «α, να πάω κι εγώ με τη Ρέα; Δε θέλω μόνος μου» και συνήθως πάνε μαζί στο δωμάτιο.   

Αν η κατάσταση είναι ακόμα δυσκολότερη και τα νεύρα δεν υποχωρούν, τους χωρίζω και τους παίρνω πχ το αντικείμενο για το οποίο τσακώνονται, βάζοντάς τους όλους «στο ίδιο σκάφος» («all in the same boat»), δηλαδή να στερηθούν και οι δυο το παιχνίδι που ήθελαν μέχρι να ηρεμήσουν.

Θέλει μεγάλη υπομονή. Το ξέρετε καλά. Η υπομονή μας θα δοκιμαστεί άπειρες φορές. Και δε θα έχουμε πάντα τη διάθεση να δώσουμε λύση, να δώσουμε οδηγίες, να το χειριστούμε ψύχραιμα.

Η επίλυση συγκρούσεων είναι μια πολύ κρίσιμη δεξιότητα που ακόμα και ενήλικες δυσκολεύονται να διαχειριστούν. Μπορεί να μη γίνουν τεράστιες αλλαγές. Αλλά με αυτές τις στρατηγικές, θα είμαστε σε θέση να περιορίσουμε, τουλάχιστον, τον ανταγωνισμό των αδελφιών μεταξύ τους.

Στην πορεία μπορεί να σταματήσουν να τσακώνονται, αλλά να βρουν κάτι άλλο να τραβήξουν την προσοχή μας αν θέλουν να μας «ταρακουνήσουν», να διεκδικήσουν το χρόνο μας. Υπομονή και επιμονή, λοιπόν, και να τους δώσουμε να καταλάβουν ότι η οικογένειά μας είναι το καταφύγιό τους, να νιώσουν ασφαλή, να νιώσουν ότι μπορούν να μιλήσουν για ό,τι θέλουν, για ό,τι τα απασχολεί.

* Το βιβλίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη. Διεθνούς φήμης ειδήμονες στην επικοινωνία μεταξύ ενηλίκων και παιδιών, η Αντέλ Φέιμπερ και η Ιλέιν Μαζλις έχουν κερδίσει την ευγνωμοσύνη των γονιών και την ενθουσιώδη υποστήριξη της επαγγελματικής κοινότητας. Και οι δύο συγγραφείς έχουν διδάξει στο New School for Social Research και στο Family Life Institute (LIU). Διαμένουν στο Λονγκ Άιλαντ της Νέας Υόρκης και είναι η καθεμιά τους μητέρα τριών παιδιών.Όλα του συγγραφέαΒιογραφία συγγραφέα: Mazlish ElaineΔιεθνούς φήμης ειδήμονες στην επικοινωνία μεταξύ ενηλίκων και παιδιών, η Αντέλ Φέιμπερ και η Ιλέιν Μαζλις έχουν κερδίσει την ευγνωμοσύνη των γονιών και την ενθουσιώδη υποστήριξη της επαγγελματικής κοινότητας. Και οι δύο συγγραφείς έχουν διδάξει στο New School for Social Research και στο Family Life Institute (LIU). Διαμένουν στο Λονγκ Άιλαντ της Νέας Υόρκης και είναι η καθεμιά τους μητέρα τριών παιδιών.

Όταν τα παιδιά βαριούνται

Η κόρη μου πέρασε μια φάση – κι ακόμα το κάνει σχετικά συχνά – που μπορούσε να επαναλάβει το «Μαμά, βαριέμαι» περισσότερες από 20 φορές μέσα σε μια μέρα. Ναι, 20 φορές.

Και εγώ πέρασα μια φάση που έψαχνα σαν την τρελή επιλογές δραστηριοτήτων, λίστες και ιδέες, παιχνίδια και βιβλία, όλων των ειδών τις λύσεις για να ικανοποιήσω τη βαρεμάρα της…

Διάβασα σε ένα ξενόγλωσσο site ότι «η φράση «βαριέμαι» είναι το ισοδύναμο των νυχιών που ξύνουν έναν πίνακα κιμωλίας – τρελαίνει τους γονείς«.

Για πολύ καιρό πίστευα ότι κάτι κακό κάνω, ότι δεν τους δίνω το χρόνο που χρειάζονται.

Άργησα αρκετά να καταλάβω ότι όντως θα μπορούσαν πραγματικά να βρουν τις δικές τους ιδέες.

Έχουν ένα δωμάτιο γεμάτο παιχνίδια: λούτρινα, lego, Playmobil, επιτραπέζια, παζλ, χειροτεχνίες, μέχρι και χούλα χουπ, στρώματα γυμναστικής, βαράκια κλπ, αλλά και επιλογές για μεταμφίεση. Τα πράγματα ξεχειλίζουν! Επιπλέον είναι τρία άτομα που γενικά τα βρίσκουν! Έτοιμη παρεούλα! Πραγματικά, δε με πείθουν πλέον.

Η πλήξη τους είναι δικό τους πρόβλημα, όχι δικό μου.

Για πολύ καιρό θεωρούσα ότι έπρεπε να τους βρω μια λύση, να τους πω τη σούπερ ιδέα για το τέλειο παιχνίδι. Και πάντα να τις απορρίπτουν όλες.

Άργησα αρκετά να καταλάβω ότι η δουλειά μας είναι να βεβαιωθούμε ότι έχουν αρκετές επιλογές για παιχνίδι, ότι τους δίνουμε την ευκαιρία να βγουν έξω, να συναντηθούν με άλλα παιδιά, να κάνουν επαρκή χρόνο άσκηση και φυσική δραστηριότητα. Μέχρι εκεί.

Μετά πιστεύω ότι μπορούμε να το αφήσουμε πάνω τους. Εάν η πλήξη των παιδιών είναι όντως ο «κωδικός» για να πουν ότι θέλουν περισσότερο χρόνο με τους γονείς, μπορούμε όντως να προτείνουμε να μας βοηθήσουν σε κάτι που κάνουμε, σε μια δική μας δραστηριότητα ή ασχολία, να απλώσουμε ρούχα, να μαγειρέψουμε, να πάμε μαζί για ψώνια ή και να παίξουμε κάποιο επιτραπέζιο.

Αν δεν ενδιαφέρονται για τις προτάσεις μας, κανένα πρόβλημα. Η αδράνεια δεν είναι καθόλου άσχημη.

Τα παιδιά πρέπει να βαρεθούν. Γιατί εκείνη τη στιγμή το μυαλό τους θα ταξιδέψει, πυροδοτείται η φαντασία τους, βελτιώνεται η δημιουργικότητά τους. Τα παιδιά πρέπει να μάθουν πώς να είναι επινοητικά. Να μάθουν να διαχειρίζονται το λεγόμενο αδόμητο χρόνο τους, το χρόνο για το μη δομημένο παιχνίδι τους.

Μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις μας ως ενήλικες, ακόμη και ως έφηβοι, είναι να μάθουμε να διαχειριζόμαστε καλά το χρόνο μας.

Επομένως, είναι σημαντικό για τα παιδιά να έχουν την εμπειρία να αποφασίζουν μόνοι τους πώς να χρησιμοποιούν περιόδους μη δομημένου χρόνου.

Ο αδόμητος χρόνος δίνει στα παιδιά την ευκαιρία να εξερευνήσουν τον εσωτερικό και εξωτερικό κόσμο τους, να ανακαλύψουν ποιοι είναι, να αναπτύξουν τα μοναδικά τους χαρίσματα. Είναι η αρχή της δημιουργικότητας, να μάθουν να αλληλεπιδρούν με τον εαυτό τους και τον κόσμο, να φαντάζονται και να εφευρίσκουν και να δημιουργούν.

Έτσι, η καλύτερη απάντηση στο «βαριέμαι» είναι: «Υπέροχα! Ανυπομονώ να δω τι θα κάνετε με αυτό το συναίσθημα!».

Μία μαμά που τρέχει από πίσω τους να ικανοποιήσει κάθε στιγμή βαριεστημάρας, δε βοηθάει το παιδί. Απλά γίνεται «η καλή μαμά που δε χαλάει χατήρια».

Μου λέει η Ρέα κάποιες φορές: «Δεν έχω τι να κάνω. Δεν είσαι καλή μαμά, η μαμά του τάδε είναι καλύτερη, γιατί παίζει με τα παιδιά της. Δεν πάει συνέχεια για τρέξιμο ή δεν ασχολείται με τις δουλειές του σπιτιού ή με τον υπολογιστή!»

Για μια μαμά σαν εμένα που νιώθω εύκολα τύψεις, αυτά τα λόγια είναι μαχαιριά στην καρδιά…

Όμως, πλέον, της απαντάω «Αγάπη μου, λυπάμαι που νιώθεις έτσι. Μπορείς αν θες να με βοηθήσεις να μαζέψουμε μαζί τα ρούχα ή να γράψω το άρθρο μου ή να διαβάσουμε μαζί ένα βιβλίο».

Συνήθως παίρνει ένα ύφος αηδίας και αγανάκτησης, κάθεται στον καναπέ ξεφυσώντας και μετά από λίγο λέει «δε με νοιάζει, εγώ ξέρω τι να κάνω για να περάσω ωραία» για να με κάνει να νιώσω άσχημα! Λύθηκε το πρόβλημα!!

Όμως, πρέπει να είμαι σίγουρη ότι όντως δεν έχει πραγματική ανάγκη τον κοινό μας χρόνο. Να την κοιτάξω στα μάτια, να της «δώσω ουσιαστική σημασία».

Εάν τους κρατάμε απασχολημένους με μαθήματα και προγραμματισμένη δραστηριότητα, ή «γεμίζουν» το χρόνο τους με ψυχαγωγία σε οθόνες (screen time), δεν μαθαίνουν ποτέ να ανταποκρίνονται στην αναστάτωση που θα τους οδηγήσει να χτίσουν ένα φρούριο, να γράψουν μια σύντομη ιστορία ή ένα τραγούδι, να οργανώσουν τους φίλους τους και να φτιάξουν μια ταινία.

Αυτά τα «καλέσματα», τα από μέσα τους «καλέσματα», είναι που μας οδηγούν σε εκείνα τα πάθη που κάνουν τη ζωή ουσιαστική.

Ξεκινούν από την παιδική ηλικία – αλλά μόνο όταν τα παιδιά δεν έχουν αυτό τον έλεγχο, το πρόγραμμα. Ξεκινούν όταν αφήνονται ελεύθερα να εξερευνήσουν και να ακολουθήσουν πού τα οδηγούν τα ενδιαφέροντά τους.

Δεν μπορώ να βάλω με το ζόρι τη φαντασία στο μυαλό των παιδιών μου. Μπορώ, ωστόσο, να δημιουργήσω ένα περιβάλλον όπου η δημιουργικότητά τους δεν είναι ένα ακόμα χάος για να το ξεκαθαρίσουμε. Τα παιδιά είναι πάντα πιο χαρούμενα στο παιχνίδι που φτιάχνουν μόνα τους.

Βλέπουμε με τα παιδιά στο κανάλι Disney Junior την παιδική σειρά Bluey, μια οικογένεια σκύλων με δύο παιδιά, η οποία κυρίως πραγματεύεται παιχνίδια που βρίσκουν τα παιδιά μόνα τους. Σε ένα επεισόδιο, ο μπαμπάς σκύλος φεύγει για δουλειά και τα παιδιά είναι απογοητευμένα, γιατί παίζει συνέχεια μαζί τους. Για να τους ηρεμήσει, τους λέει «εσείς θα μείνετε σπίτι να κάνετε τη δική σας δουλειά που είναι να βρίσκετε παιχνίδια.»

Αυτό κάνουν τα παιδιά όταν τα αφήσουμε ελεύθερα. Μας δείχνουν πώς επεξεργάζονται τα συναισθήματα και τις εμπειρίες που είχαν μέσα στη μέρα. Αν παρακολουθήσουμε μια παρέα παιδιών που παίζουν σε μια πλατεία, θα δούμε πώς οργανώνονται σε διαφορετικά παιχνίδια και «μεταμορφώνονται» σε άλλους ρόλους.

Τι γίνεται, όμως, όταν τα παιδιά πραγματικά χρειάζονται βοήθεια με μια δραστηριότητα που θα βάλει τέλος στην πλήξη τους;

Πώς μπορούμε να βοηθήσουμε … ενώ εξακολουθούμε να επιμένουμε ότι η ψυχαγωγία είναι δική τους ευθύνη;

Ειδικά αν περιορίσαμε πρόσφατα τις οθόνες ή αν ξαφνικά έχουν περισσότερο ελεύθερο χρόνο (πχ. διακοπές) μπορούμε να βοηθήσουμε με την πολύ διαδεδομένη λύση του «βάζου βαρεμάρας» (boredom jar).

Μαζί, γράφουμε σε χαρτάκια ιδέες που τα παιδιά θεωρούν διασκεδαστικές και τις βάζουμε στο βάζο. Κάθε φορά που ένα παιδί λέει ότι βαριέται, παίρνει τρία χαρτάκια από το βάζο και επιλέγει μία από τις δραστηριότητες.

Γενικά, όμως, να έχουμε υπόψη μας ότι μόλις τα παιδιά συνηθίσουν τους περιορισμούς στην τηλεόραση και τα ηλεκτρονικά, γίνονται πιο εφευρετικοί στη διασκέδαση και πιο δημιουργικοί στο παιχνίδι.

Δεν είμαστε εμείς ο «διευθυντής των δραστηριοτήτων»

Υπάρχει μεγάλη πίεση να διατηρήσουμε τα παιδιά ενεργά. Να τους εκθέσουμε σε διαφορετικές δραστηριότητες. Να τους βοηθήσουμε να καλλιεργήσουν τα ταλέντα τους, να εξελιχθούν στα γράμματα, τον αθλητισμό ή τη μουσική. Τα βιντεοπαιχνίδια και οι ταινίες έχουν «ρυθμίσει» τα παιδιά να λαχταρούν τον ενθουσιασμό και τη συνεχή κίνηση.

Τα παιδιά δεν έχουν συνηθίσει να βαριούνται.Έχουν συνηθίσει να διασώζονται από αυτό το άβολο συναίσθημα. Αλλά θέλει υπομονή και χρόνο. Είναι μια νέα πρόκληση για όλους.

Παίζουμε το ρόλο του διευθυντή δραστηριότητας για πολύ καιρό. Ας υπενθυμίσουμε στον εαυτό μας τις θετικές πτυχές της πλήξης … είναι οκ τα παιδιά μας να βαριούνται!

Ιδέες για δραστηριότητες

Κατά διαστήματα έχουμε βρει ψάχνοντας πολύ ωραίες ιδέες online για τα παιδιά. Υπάρχουν μαμάδες bloggers, σούπερ μαμάδες που ασχολούνται πολύ ενεργά με τις δραστηριότητες για παιδιά και μας προσφέρουν έτοιμες υπέροχες και πρωτότυπες λύσεις για το βάζο της βαρεμάρας και όχι μόνο:

Τι κάνω όταν το παιδί βαριέται; Ένα εκτυπώσιμο κατά της πλήξης

Crafty details: Μαμά Βαριέμαι– Βάζο Της Βαρεμάρας

22 πράγματα που μπορείτε να κάνετε όταν το παιδί σας λέει, «Μαμά, βαριέμαι»

Μαμά βαριέμαι από την Aspaonline.gr

Κάθε νέα ιδέα ευπρόσδεκτη!!!

Εάν θεωρήσατε χρήσιμη αυτήν την ανάρτηση, μη διστάσετε να τη μοιραστείτε! Είναι αποδεδειγμένο γεγονός ότι η γενναιοδωρία σας κάνει πιο ευτυχισμένο άτομο!! 🙂

Οι μαμάδες του instagram

Οι μαμάδες του instagram είναι μια κατηγορία από μόνες τους. Όπως έχω ξαναγράψει, οι μαμάδες, βάσει ερευνών, είναι ένας από τους βασικούς καθημερινούς χρήστες στο #instagram παγκοσμίως. 


Αφορμή για το άρθρο αυτό ήταν κάτι που διάβασα πριν λίγο καιρό σε ένα story από αγαπημένο μου λογαριασμό στο instagram σχετικά με την προβολή της μητρότητας στο instagram. 
Η Μαρία σχολίαζε ένα άρθρο της «Α, μπα» από το lifo.gr* και έγραφε: «Το πρόβλημα δεν είναι φυσικά η μητρότητα, αλλά η προβολή της με ένα συγκεκριμένο τρόπο: αυτό το «Proud Mother» στο βιογραφικό που θυμίζει «Άλλη δεν έκανε το γιο, μόνο η Μαριώ το Γιάννη.»


Το ίδιο απόγευμα άρχισα μια μεγάλη κουβέντα με την αδερφή μου στο καθιερωμένο μας καφεδάκι, γιατί έχω γράψει κι εγώ παλιότερα στο instagram προφίλ μου #ProudMom. 
Το άρθρο στο οποίο αναφερόταν η Μαρία, έγραφε ότι κάποιοι βλέποντας αυτό το «περήφανη μαμά δύο παιδιών» κλπ στα instagram προφίλ ξενερώνουν και θεωρούν ότι ίσως δεν έχει κάτι άλλο να επιδείξει η συγκεκριμένη γυναίκα εκτός της μητρότητας. 
Με έβαλε σε πολλές σκέψεις.

Μήπως κι εγώ περηφανεύομαι για τη μητρότητα επειδή δεν έχω καταφέρει τίποτα άλλο; 

Καταθέτω, λοιπόν, εδώ όλα όσα πέρασαν από το μυαλό μου για να με πείσω ότι δεν ισχύει κάτι τέτοιο και γιατί υπάρχει αυτή η προβολή της μητρότητας από τις γυναίκες που έχουν γίνει μαμάδες.

Όταν γινόμαστε γονείς

Από την πρώτη στιγμή που φέρνουμε στον κόσμο ένα μωρό (ή και όταν μαθαίνουμε ότι περιμένουμε μωρό) είναι λογικό να το θεωρούμε το κέντρο του κόσμου, αφού όλη η ζωή μας αλλάζει, το σώμα μας αλλάζει, ο τρόπος που σκεφτόμαστε αλλάζει. Πλέον έχουμε νέες υποχρεώσεις και τη συνολική, απόλυτη ευθύνη για ένα επιπλέον άτομο εκτός του εαυτού μας.

Αν έχουμε λογαριασμό στο instagram είναι λογικό να ανεβάζουμε συνέχεια σχετικές αναρτήσεις, αφού ειδικά στην αρχή το μωρό είναι όλη μας η καθημερινότητα. Επιπλέον, σε όλη την πορεία ανάπτυξης του παιδιού μας, έχουμε χίλιες απορίες και προβληματισμούς για το πώς να χειριστούμε διάφορα θέματα. 
Όταν γέννησα την κόρη μου άρχισα το blogging, γιατί από το πολύ ψάξιμο online για το μωρό, διαπίστωσα ότι θα ήθελα να τα έχω συγκεντρωμένα όλα αυτά τα θέματα: από το καθάρισμα ενός αφαλού νεογέννητου μέχρι το πώς το βάζω για ύπνο πιο εύκολα κλπ. Όμως είναι αλήθεια ότι ένιωθα απομονωμένη κοινωνικά, κλεισμένη σε ένα σπίτι με το μωρό λόγω θηλασμού, όσο παρών κι αν ήταν ο άνθρωπός μου σε όλη τη διαδικασία. Κάτι παρόμοιο έγινε και στο γιο μου ένα χρόνο μετά. Ασχολούμουν περιστασιακά με τα social media και δεν ανέβαζα και φωτογραφίες των παιδιών μου.

Instagram μαμαδοκοινότητες

Το instagram έγινε καθημερινή συνήθεια αργότερα, όταν γέννησα το τρίτο μου παιδί και βρήκα μια ευχάριστη εναλλακτική στην τηλεόραση κατά τους μαραθώνιους μεταμεσονύχτιους θηλασμούς. 

Γνώρισα υπέροχους ανθρώπους με τους οποίους ήμασταν για τους ίδιους λόγους ξύπνιοι και μοιραζόμασταν τους προβληματισμούς μας. Έτσι αγάπησα το instagram. Γιατί μου σύστησε ανθρώπους που με στηρίζουν, που μου δίνουν έμπνευση και δύναμη. 

Είμαστε οι #millennialmoms και έχουμε φτιάξει κοινότητες για κάθε είδους ενδιαφέρον μας και, φυσικά, για να μιλήσουμε για τα παιδιά μας.
Ανεβάζουμε αληθινές στιγμές από την καθημερινότητά μας, ψάχνουμε να βρούμε τη μαμά που νιώθει το ίδιο με εμάς. Παλεύουμε να ισορροπήσουμε οικογένεια και δουλειά, υποχρεώσεις και αγαπημένες μας ασχολίες. 

Σίγουρα η μητρότητα (και η πατρότητα φυσικά) είναι βασικό στοιχείο μας και επηρεάζει κάθε μας κίνηση και επιλογή. Δεν είμαστε ανεξάρτητοι, αφού κάθε επιλογή μας επηρεάζει κι άλλα άτομα. 

Μιλώντας από την προσωπική μου εμπειρία, η μητρότητα μού έδωσε μια αυτοπεποίθηση ξεχωριστή. Όσα κι αν είχα καταφέρει στη ζωή μου μέχρι τότε, η στιγμή της γέννας μου και το πόσο καλά τα κατάφερνα με το θηλασμό και με το να συνδυάζω μητρότητα και εργασία, μου έδωσαν δύναμη και σιγουριά. Την αίσθηση ότι μπορώ να καταφέρω τα πάντα. 

Μία «παγίδα» υπάρχει μόνο.

Να μπούμε στο χώρο της επιφανειακής προβολής, της ωραιοποίησης, της ψεύτικης ιδανικής ζωής.

Είμαστε η αλλαγή που θέλουμε να δούμε και πρέπει να αναζητούμε αληθινές συνδέσεις, αυθεντικές ματιές στη ζωή μας. 

Πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι εμείς ελέγχουμε την εμπειρία μας: με ποιους συνδεόμαστε, τι και πώς σχολιάζουμε, πόσο εκφράζουμε την αλήθεια μας. 

Δεν είμαστε απλά μαμάδες. 

Έχουμε όνειρα, πάθη, ενδιαφέροντα. Έχουμε τη δική μας ζωή, τη δική μας ταυτότητα. Και θέλουμε να είμαστε το σωστό παράδειγμα για τα παιδιά μας: δυναμικές και δυνατές, ισορροπημένες και ανεξάρτητες. Η μητρότητα δεν είναι η επιτυχία μας.

Το ότι τα καταφέρνουμε παρόλες τις δυσκολίες, υποχρεώσεις και παρόλον αυτόν τον ωκεανό πληροφοριών που δεχόμαστε κάθε μέρα, κάθε λεπτό – αυτό είναι επιτυχία.

*Διαβάστε εδώ το άρθρο της A, μπα από το lifo.gr

Τηλεκπαίδευση και χρόνος στις οθόνες: Πόσο κακό είναι τελικά;

Είναι 4 το απόγευμα τη στιγμή που γράφω αυτό το άρθρο και είμαστε και οι πέντε μας μπροστά σε μια οθόνη: τα δύο μεγάλα παιδιά μας έχουν online μάθημα στο δημοτικό σχολείο, ο άντρας μου παρακολουθεί συνέδριο online, ο Λεωνίδας βλέπει παιδικά για να μην ενοχλεί τα αδέρφια του και εγώ γράφω τα δικά μου πάλι.

Παλιότερα, θα αγχωνόμουν με τόσες ώρες οθόνης και θα έφτιαχνα πλάνο και ξανά πλάνο με τις ώρες και τα όρια. Πλέον είναι μια τυπική μέρα, ένα τυπικό καθημερινό απόγευμα.

Τεχνολογία από κούνια

Η αλήθεια είναι ότι τα παιδιά μας μεγαλώνουν ούτως ή άλλως μέσα στην τεχνολογία. Από πολύ μικρά τα παιδιά μας είναι εξοικειωμένα με το YouTube στα κινητά μας, με τη μαμά που βγάζει φωτογραφίες και σέλφι, με τον μπαμπά που τους δείχνει online παζλ και παιχνίδια. Και φυσικά, μια τηλεόραση που είναι η εύκολη λύση των γονιών όταν έχουν δουλειά.

Τεχνολογία τον καιρό του κορωνοϊού

Όμως, από τη στιγμή που μπήκε στη ζωή μας ο κορωνοϊός, ο χρόνος στις οθόνες έχει γίνει περισσότερος και για τους γονείς και για τα παιδιά: τηλεργασία και τηλεκπαίδευση είναι νέες έννοιες που πλέον χρησιμοποιούμε καθημερινά.

Ακόμα και οι δραστηριότητες των παιδιών (μαθήματα αγγλικών, μουσικής κλπ) γίνονται online και μιλάμε με βίντεο – κλήσεις με τους συγγενείς και φίλους που πλέον δε συναντάμε από κοντά.

Ακόμα και ο χρόνος μας στα social media είναι περισσότερος, αφού περνάμε πολύ χρόνο να ενημερωνόμαστε, να σχολιάζουμε όλες τις εξελίξεις, να ανεβάζουμε τι μαγειρέψαμε, τι διαβάσαμε, τι γυμναστική κάναμε, πώς τα βγάζουμε πέρα συνδυάζοντας δουλειά και παιδιά στο σπίτι. Επιπλέον, κάποιοι έχουν σταματήσει να εργάζονται εντελώς αυτή την περίοδο.

Δεν είναι τυχαίο που οι αγορές σε τηλεοράσεις, κονσόλες παιχνιδιών, οι λήψεις εφαρμογών κλπ έχουν αυξηθεί ραγδαία από την έναρξη της πανδημίας.

Παρόλο, λοιπόν, που μέρος αυτού του χρόνου μπροστά στις οθόνες σχετίζεται με απομακρυσμένη διδασκαλία σε εικονικές αίθουσες διδασκαλίας, τα παιδιά περνούν μεγάλο μέρος του ελεύθερου χρόνου τους και πάλι σε οθόνες, αφού είναι πολλές οι ώρες που περνούν εντός σπιτιού.

Ως γονείς σίγουρα θα περνάει από το μυαλό μας αν όλο αυτό είναι φυσιολογικό κι αν μπορούμε να κάνουμε κάτι για να μετριάσουμε τον οθονο-χρόνο (screen time).

Όμως, όπως και σε όλα τα θέματα, χρειάζεται ψυχραιμία. Πιστεύω πως δε χρειάζεται να μας πιάνει πανικός. Δε χρειάζεται να παρουσιάζουμε στα παιδιά μας την οθόνη σαν κάτι προβληματικό, σαν μια ασθένεια που πρέπει να γιατρευτεί. Δεν είναι ένα ζήτημα άσπρο ή μαύρο.

Πώς θα μπορούσαμε να το διαχειριστούμε όλο αυτό;

Καλώς ή κακώς, η τεχνολογία πλέον είναι κυρίαρχη στη ζωή μας και είναι και απαραίτητη. Οι συστάσεις για ακριβή χρόνο ανά ηλικία ίσως δεν αντιπροσωπεύουν στην ουσία την πραγματικότητα του τρόπου με τον οποίο χρησιμοποιούμε πλέον τα μέσα.

Σίγουρα, τα παιδιά μας χρησιμοποιούν οθόνες για να παρακολουθούν κινούμενα σχέδια, αλλά και για να επικοινωνήσουν με δασκάλους, συμμαθητές και παππούδες.

Δεν είναι δυνατόν να μετράμε ακριβώς και να νιώθουμε τύψεις για το χρόνο που περνάει όταν το παιδί μιλάει με τους φίλους του σε βίντεο – κλήση, ούτε όταν η κατάσταση έχει βγει εκτός ελέγχου στο σπίτι και οι γονείς θέλουν απλά λίγο χρόνο να ηρεμήσουν.

Οι γονείς δεν μπορούν πλέον να είναι προσκολλημένοι σε χρονικά όρια, όμως, έχουν την υποχρέωση να διασφαλίσουν ότι η έκθεση του παιδιού σε οθόνες είναι ασφαλής και ισορροπημένη.

Θεωρώ πως έχουμε τη δυνατότητα να διατηρήσουμε τις εκτός σύνδεσης (offline) εμπειρίες. Να γυρίσουμε υπέρ μας την κατάσταση. Να τους ρωτήσουμε τι βλέπουν, να παίξουμε μαζί τους ηλεκτρονικό, να «μπούμε στο νόημα» στο έργο που παρακολουθούν.

Τα παιδιά μου ενθουσιάζονται όσες φορές πετάω μια ατάκα ότι δήθεν ξέρω την υπόθεση του επεισοδίου. Αμέσως μου ζητάνε να καθίσω δίπλα τους και ξεκινάνε να μου αφηγούνται όλη την ιστορία. Δεν έχω πάντα διάθεση να το κάνω, αλλά δεν με πειράζει πού και πού να έχουν αυτοί τον πρώτο λόγο, να είναι αυτοί οι πρωταγωνιστές της κουβέντας.

Η προσφορά εναλλακτικής είναι η καλύτερη λύση για να μειωθεί ο χρόνος μπροστά στις συσκευές, όπως μια βόλτα έξω, το να διαβάσουμε ένα βιβλίο μαζί, να παίξουμε ένα επιτραπέζιο.

Αυτό που θέλω να τηρώ, αλλά ακόμα δεν τα καταφέρνω πολύ καλά, είναι να μη χρησιμοποιούν οθόνες τουλάχιστον μία ώρα πριν από τον ύπνο.

Το σίγουρο είναι ότι δε χρειάζεται να το κάνουμε μείζον θέμα στο σπίτι μας.

Ένα πλάνο στο μυαλό μας είναι καλό να το έχουμε όταν αρχίσουν να χρησιμοποιούν οθόνες, αλλά κι αν κάποιες φορές βγαίνουμε εκτός πλάνου, δε χάθηκε κι ο κόσμος.

Σε γενικές γραμμές, όμως, έχω καταλάβει ότι τα παιδιά – όσο κι αν μας ακούγεται περίεργο – νιώθουν ασφαλή με τη ρουτίνα και το πρόγραμμα, ειδικά σε απρόβλεπτες εποχές.

Τα τρία «c»

Ψάχνοντας online για το θέμα, ανακάλυψα το κουίζ με τα τρία C «Three C’s»: Παιδί, περιεχόμενο και πλαίσιο (Child, content and context.) (βιβλίο «Tap, Click, Read» των Lisa Guernsey και Michael H. Levine, εκδ. Jossey-Bass/Wiley.)

Παιδί

Σχετικά με το παιδί, μετράτε τους πόντους που συγκεντρώνετε σε ερωτήσεις όπως: «Βλέπετε συγκεκριμένα προγράμματα/μέσα που βοηθούν το παιδί να αναπτύξει κινητικές ή κοινωνικές δεξιότητες ή ανάπτυξη γλώσσας;» (+1 πόντος), «Δίνετε προσοχή ή ρωτάτε αρκετές ερωτήσεις στο παιδί σας για να πει αν «εμπλέκεται» (engaged) με αυτό που βλέπει στην οθόνη; Ενεργεί ή μιλάει γι’ αυτό που βλέπει;» (+1 πόντος)

Περιεχόμενο

Σχετικά με το περιεχόμενο, απαντάμε σε ερωτήσεις όπως «Το παιδί παρακολουθεί βίντεο ή παίζει παιχνίδια που είναι βίαια ή το τρομακτικά ή το τρομάζουν;» (-2 πόντοι), «Το παιδί τα αναπαράγει με τη φαντασία του εκτός οθόνης;» (+2 πόντοι) κλπ.

Πλαίσιο

«Αφήνετε την οθόνη ή την τηλεόραση ανοιχτή ακόμα και όταν κανείς δεν παρακολουθεί;» (-2 πόντοι) «Έχετε στιγμές στις οποίες παρακολουθείτε από κοινού ή παίζετε με το παιδί σας;» (+2 πόντοι) «Χρησιμοποιείτε τα μέσα κατά τη διάρκεια του γεύματος με τέτοιο τρόπο που να εμποδίζει τη συνομιλία;» (-1 πόντος) κλπ.

Δείτε εδώ ολόκληρο το κουίζ

Νέα δεδομένα – νέες ρουτίνες

Αυτή η κατάσταση με την πανδημία μπορεί να συνεχιστεί για μεγάλο χρονικό διάστημα, οπότε ίσως θα πρέπει να δημιουργήσουμε νέες ρουτίνες, να εστιάσουμε σε συνήθειες που είναι πιο πρακτικές, πιο υλοποιήσιμες.

Και ας μην νιώθουμε ένοχοι που οι συσκευές χρησιμοποιούνται περισσότερο από ό,τι παλιότερα.

Το να περιορίσουμε τη χρήση τους αυτή τη στιγμή είναι τουλάχιστον ουτοπικό.

Στο κάτω κάτω τα παιδιά χρειάζονται την ηρεμία και την ασφάλεια του περιβάλλοντός τους, των γονιών τους.

Γνωρίζουμε το παιδί μας καλύτερα από οποιονδήποτε άλλο και εμείς είμαστε το πιο ιδανικό άτομο να αποφασίσει το σωστό χρόνο και την ποιότητα των μέσων που χρησιμοποιεί το παιδί μας.

Πρέπει, όμως, να θυμόμαστε ότι εμείς είμαστε το παράδειγμα για τα παιδιά μας και από τη δική μας συμπεριφορά διαμορφώνουν και τη δική τους. Ας σκεφτούμε κι εμείς να κάνουμε ένα διάλειμμα από τις δικές μας οθόνες.

Πώς τα πάτε με την τηλεκπαίδευση και τις οθόνες;

Πώς να σταματήσουμε τους καβγάδες για το διάβασμα

Το θέμα για το οποίο είχα προγραμματίσει να γράψω την προηγούμενη Πέμπτη ήταν το multitasking – το πόσο αποδοτικό είναι τελικά να κάνουμε χίλια πράγματα ταυτόχρονα.

Όμως, δεν έγραψα κανένα άρθρο. Γιατί ήταν μια δύσκολη εβδομάδα η προηγούμενη.

Τσακωμοί με τα παιδιά για τα διαβάσματα.

Τσακωμοί των παιδιών μεταξύ τους.

Τσακωμοί με τον άντρα μου για το πώς πρέπει να χειριστούμε αυτές τις «κρίσεις».

Η εβδομάδα ολοκληρώθηκε με μια απίστευτη δική μου κρίση υστερίας με αποδέκτη την κόρη μου. Και μια δύσκολη βραδιά, γιατί ένιωσα τύψεις και δε με φίλησε για καληνύχτα.

Οπότε, να ‘μαι εδώ τώρα να βάλω σε τάξη τις σκέψεις μου μετά από αυτή την εβδομάδα. Και να μιλήσω για διάβασμα τελικά αντί για το multitasking (για το οποίο θα γράψω κάποια άλλη Πέμπτη).

Μεγάλωσα με μια τεράστια αγάπη και χαρά να πηγαίνω στο σχολείο. Πάντα με αγαπούσαν οι δάσκαλοι, οι συμμαθητές μου, είχα καλή μνήμη, διάβαζα λίγο και δεν αγχωνόμουν.

Πάντα έδινα ιδιαίτερη σημασία και προσοχή στο γραπτό μου και πάντα ήθελα να νιώθουν για μένα περήφανοι δάσκαλοι και γονείς, οπότε έδινα τον καλύτερο εαυτό μου με μεγάλη χαρά.

Όταν άρχισε η κόρη μου δημοτικό, δυσκολεύτηκα πολύ να δεχτώ ότι δεν την ένοιαζε η εικόνα του γραπτού, δεν την ένοιαζε να διπλοτσεκάρει μήπως ξέχασε κάτι…

Καθόμουν πάνω από το κεφάλι της και έκανα παρατήρηση για το κάθε γραμματάκι γιατί «ξέρω ότι μπορείς να το κάνεις πολύ καλύτερο». Η χρονιά κύλησε σχετικά ομαλά όταν αποδεχτήκαμε με τον άντρα μου ότι στόχος δεν είναι να λέει η δασκάλα μπράβο στους γονείς που ασχολούνται με το παιδί, αλλά να μάθει το παιδί να είναι υπεύθυνο.

Η περυσινή χρονιά κύλησε ομαλά δεδομένων των συνθηκών της καραντίνας, αφού το πρωτάκι μου, ο γιος μου, ήταν πάρα πολύ συνεργάσιμος και έκανε ό,τι καλύτερο μπορούσε. Είχα, βέβαια, και τη μικρή εμπειρία «δεν καθόμαστε πάνω από το κεφάλι του παιδιού και δεν κάνουμε παρατήρηση για το παραμικρό».

Φέτος, η κόρη μου είναι τρίτη δημοτικού και ο γιος μου δευτέρα. Λίγο το περυσινό ξεμυάλισμα με την online εκπαίδευση, λίγο η «ισχυρή» πλέον παρουσία του μικρού αδερφού μέσα στο σπίτι, λίγο οι γονείς που έχουμε πολλές υποχρεώσεις, λίγο που τους δείξαμε, ίσως, μεγαλύτερη εμπιστοσύνη από αυτή που έπρεπε χωρίς την κατάλληλη επίβλεψη – έλεγχο  και άρχισαν τα πρώτα «συννεφάκια».

Και, φυσικά, όλοι έχουν άποψη για το θέμα. Και εγώ, «ακόμα πιο φυσικά», θα το συζητήσω με όλον τον κόσμο: δάσκαλους, συγγενείς, φίλους, ψυχολόγους, social media.

Έχω βγάλει τα εξής συμπεράσματα, λοιπόν.

1. Στόχος είναι το παιδί να αγαπήσει-ή έστω να αποδεχθεί σχετικά ευχάριστα- τη διαδικασία του διαβάσματος.

Ας πάει και μια μέρα αδιάβαστο και να αναγκαστεί το ίδιο να απολογηθεί στο δάσκαλό του. Δε μου είναι εύκολο να το κάνω. Νομίζω, όμως, ότι πρέπει. Όταν ανησυχούμε για το πώς θα στείλουμε το παιδί στο σχολείο με ελλιπή εργασία, είναι περισσότερο για εμάς πρόβλημα, παρά για αυτά. Το να αφήσουμε τα παιδιά να υποστούν τις συνέπειες θα τους βοηθήσει να μάθουν.

Εννοείται πως θα βοηθήσω να χτίσει ένα καλό πλάνο μελέτης, να έχει ένα σωστό -και απερίσπαστο- χώρο όταν διαβάζει, να αντιληφθεί τη σημασία της μάθησης. Θα βοηθήσω σε κάθε απορία και δυσκολία και θα κοιτάξω τι έχει ετοιμάσει για την επόμενη μέρα.

Όμως, τον κύριο λόγο για τις εργασίες τον έχει το σχολείο και ο δάσκαλος. Ο δάσκαλος θα δώσει το κίνητρο, τις κατευθυντήριες γραμμές, τα όρια και το βασικό αίσθημα ευθύνης στις σχολικές υποχρεώσεις.  Η τιμωρία-συνέπεια για ελλιπή εργασία πρέπει να προέρχεται πάντα από τον δάσκαλο – όχι από τον γονέα.

2. Σεβόμαστε το παιδί.

Σίγουρα θα ψάχνει δικαιολογία να σηκωθεί, να αποφύγει το διάβασμα, το γράψιμο. Τότε, ίσως, θα πρέπει να θέσουμε κάποιο χρονικό όριο.

Όμως, κάποια στιγμή θα κουραστεί στ’ αλήθεια, δε θα νιώθει όντως καλά, δε θα μπορεί με τίποτα να συγκεντρωθεί. Θα το αφήσω να κάνει διάλειμμα. Βέβαια, να κάνει διάλειμμα χωρίς τηλεόραση ή τάμπλετ.

Τις περισσότερες φορές έχει επιστρέψει μόνο του χωρίς να το ζητήσω. Αλλιώς, ίσως κάνω μια διακριτική υπενθύμιση.

3. Εμπιστευόμαστε το παιδί.

Όταν λέει ότι δεν έχει αντιγραφή, το δεχόμαστε. Αν διαπιστώσουμε εκ των υστέρων ότι έχει πει ψέματα, δίνουμε ευκαιρία να εξηγήσει. Σε καμία περίπτωση, δε θεωρώ ότι πρέπει να το κατηγορούμε ότι λέει ψέματα και να παίρνουμε τηλέφωνα συμμαθητές του να μας επιβεβαιώσουν.

4. Ρουτίνα.

Να γίνει συνήθεια. Ως γονείς, μαθαίνουμε γρήγορα ότι σε όλα τα θέματα ένα από τα πιο αποτελεσματικά εργαλεία είναι τα παιδιά να αναπτύξουν μια ρουτίνα. Αυτό ισχύει και για το διάβασμα: τα παιδιά να κάθονται την ίδια ώρα, στο ίδιο μέρος, ώστε η έναρξη να γίνεται τόσο αυτόματα όσο όταν βάζει τη ζώνη ασφαλείας στο αυτοκίνητο.

5. Δεν κατηγορούμε το δάσκαλο μπροστά στο παιδί.

Μπορεί να πιστεύουμε ότι η εργασία που έχει ανατεθεί στο παιδί είναι πολύ δύσκολη ή ότι ο δάσκαλος αναθέτει πάρα πολλές εργασίες για το σπίτι, αλλά εννοείται πώς δε θα εκθέτουμε αυτές τις ανησυχίες μας μπροστά στο παιδί. Το παιδί, έτσι, ενθαρρύνεται να κατηγορήσει το δάσκαλο και τους δίνει την εντύπωση ότι είναι εντάξει να είναι προκλητικοί ή/και ασεβείς στο σχολείο. Μπορούμε να προγραμματίσουμε μια συνάντηση με το δάσκαλο για να συζητήσουμε ιδιωτικά τις ανησυχίες μας.

6. Πότε να κάνουμε πίσω.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα παιδιά επωφελούνται όταν συμμετέχουμε στην επίβλεψη των ασκήσεών τους και τα βοηθάμε να δημιουργήσουν καλές συνήθειες. Αλλά αν βοηθήσουμε πάρα πολύ, μπορεί να καλύψουμε ένα μεγαλύτερο πρόβλημα.
Αν το παιδί μας δεν έχει τις δεξιότητες, τις γνώσεις ή δεν έχει κατανοήσει την εργασία που του έχει ανατεθεί, πραγματικά δεν έχει αξία ο γονέας να συμπληρώσει τα κενά.

Σε τελική ανάλυση, τα παιδιά μαθαίνουν πιο σωστά, όταν οι ίδιοι καταλαβαίνουν πώς να ξεπεράσουν τα εμπόδια.

Εξάλλου, οι εκπαιδευτικοί πρέπει να γνωρίζουν πότε ένα παιδί αντιμετωπίζει πρόβλημα με την εργασία του ή απλά δεν είναι αναπτυξιακά έτοιμο να την αντιμετωπίσει. Οι γονείς πρέπει να ανακαλύψουν πότε να σώσουν τα παιδιά τους και πότε να τους αφήσουν να αποτύχουν.
Αν πιστεύουμε ότι το παιδί μας έχει την ωριμότητα και τα εργαλεία για να αντιμετωπίσει την αποτυχία, μερικές φορές η απόφαση να μην παρέμβουμε μπορεί να είναι η σωστή, και μερικές φορές μια επίπληξη από το δάσκαλο μπορεί να βοηθήσει πολύ περισσότερο από τη δική μας αντίδραση.

Βασικά tips ανάλογα με το παιδί

>>> Αν το παιδί αναβάλλει συνέχεια το διάβασμα, θα πρέπει να επιμείνουμε ότι αν δεν τελειώσει το διάβασμα, δεν ξεκινάει η διασκέδαση και το παιχνίδι. Βοηθάει, επίσης, και το να σπάει σε κομμάτια το διάβασμα, πχ πριν και μετά το φαγητό, πριν και μετά τη δραστηριότητα.

>>> Αν το παιδί έχει πολύ άγχος και αργεί να τελειώσει τα μαθήματά του, εστιάζουμε στη διαδικασία παρά στο αποτέλεσμα. Ρωτάμε «προσπάθησες όσο μπορούσες;» και όχι «τι βαθμό πήρες;»

>>> Αν το παιδί θέλει να ξεμπερδεύει και τα κάνει όλα βιαστικά και τσαπατσούλικα, τσεκάρουμε μαζί και του λέμε να ξανακοιτάξει ορθογραφικά, σημεία στίξης, καθαρά γράμματα κλπ. Μπορούμε να φτιάξουμε και μια λίστα με τα βασικά που πρέπει να τσεκάρει στο γραπτό του (Έχω ελέγξει για ορθογραφικά; Φαίνεται καθαρά τι γράφω; Ξεκινάω με κεφαλαίο; Τελειώνω με τελεία; Είμαι μέσα στα περιθώρια; )

>>> Αν το παιδί θεωρεί ότι το σχολείο δεν έχει σημασία και «αυτά που μαθαίνω δε θα μου χρειαστούν», βοηθάμε το παιδί να ανακαλύψει νέες ιδέες και δεξιότητες που μπορεί να αποκτήσει. Το βοηθάμε να βρει τρόπους να συνδέσει πράγματα που του αρέσουν με όσα διδάσκονται στο σχολείο. Καλύτερα να μην μπούμε στη διαδικασία να το δωροδοκήσουμε, γιατί μετά μπορεί ο στόχος θα γίνει το βραβείο και όχι η μάθηση. Το μήνυμα που πρέπει να περάσουμε είναι ότι «ό,τι άσκηση και να έχεις, πρέπει να την κάνεις. Δε χρειάζεται να δώσεις και την ψυχή σου, αν δε σου αρέσει, αλλά πρέπει να γίνει.»

>>> Αν το παιδί ξεχνάει εργασίες, ξεχνάει βιβλία, ξεχνάει τις οδηγίες που έδωσε ο δάσκαλος, ξεκινάμε με οργάνωση, επανάληψη και υπενθυμίσεις. Ίσως το παιδί δεν έχει ακόμα τις δεξιότητες ή την ωριμότητα να διαχειριστεί τις συνέπειες των πράξεών του. Το βοηθάμε να αποκτήσει καλές συνήθειες γράφοντας τις υποχρεώσεις του ή με κάποιον άλλον τρόπο που θα το βοηθήσει να θυμηθεί. Όμως, όταν αρχίσει να αναπτύσσει αυτές τις δεξιότητες, κάνε πίσω. Το παιδί δεν πρέπει να στηρίζεται πάντα σε σένα για να θυμάται τι πρέπει να κάνει.

Όλα τα παραπάνω τα γράφω με βάση τη μικρή προσωπική μου εμπειρία και δεν ισχυρίζομαι ότι είναι και σωστά ή υλοποιήσιμα σε κάθε (ξεχωριστή) περίπτωση.

Είναι ένα μεγάλο θέμα, απασχολεί πολύ τους γονείς και ίσως συχνά μας απασχολεί υπερβολικά πολύ.

Η υπερβολική, όμως, συμμετοχή μας στο διάβασμα του παιδιού στο σπίτι δημιουργεί μερικές φορές την αίσθηση στα παιδιά ότι «δε χρειάζεται να κάνω τίποτα μέχρι να με φωνάξει η μαμά μου».

Η μεταβίβαση της ευθύνης στα παιδιά για την ολοκλήρωση της εργασίας τους τα βοηθά να αναπτύξουν καλές συνήθειες μελέτης και αυτοεκτίμηση που θα μεταφέρουν στα ενήλικα χρόνια τους.

Θέλει υπομονή και ψυχραιμία. Δεν το τηρούμε πάντα. Άνθρωποι είμαστε κι εμείς. Και έχουμε κι εμείς τα δικά μας.

Καλύτερα, όμως, να μην είναι το παιδί σας ο «τέλειος» μαθητής, αλλά να έχετε μια ήρεμη σχέση μαζί του κι αυτό να έχει μια καλή σχέση με τη μάθηση.

Θα ήθελα τόσο πολύ να ακούσω και τη δική σας άποψη.