Να σεβόμαστε τα συναισθήματα των άλλων

Μια από τις πιο ενοχλητικές δυναμικές όταν έχουμε ένταση μεταξύ μας είναι ο τρόπος με τον οποίο κάποιος θα ακυρώσει τα συναισθήματά μας, λέγοντάς μας πώς πρέπει να αισθανόμαστε για κάτι, πώς πρέπει να αντιδρούμε ή ότι κάτι δεν πάει καλά με εμάς αν έχουμε τα συναισθήματα που έχουμε.

«Δεν πρέπει να αισθάνεσαι έτσι».

Πρέπει να είναι η πιο αγενής και τοξική φράση κι όμως την ακούμε πάρα πολύ και μπορεί να τη λέμε κιόλας αρκετά συχνά στους άλλους.

Πολλοί μιλάμε για δύσκολα θέματα και καταστάσεις που μας προβληματίζουν ή μας στεναχωρούν και παίρνουμε μια τέτοια απάντηση που δεν προσφέρει τίποτα απολύτως πέρα από την αίσθηση ότι αυτός που είναι απέναντί μας δεν μπορεί να μας καταλάβει.

Με βάση αυτά τα λίγα που γνωρίζω για την ανθρώπινη φύση, είναι λογικό να πιστεύουν οι περισσότεροι ότι έτσι θα νιώσουμε καλύτερα, ότι μας ακούνε και είναι δίπλα μας.

Είναι αλήθεια ότι δεν μπορώ να γνωρίζω με βεβαιότητα για ποιο λόγο να ακυρώσεις τα συναισθήματα του άλλου και να απαντήσεις επικριτικά σε μια ιστορία που μιλά για μια δύσκολη εμπειρία ή μια επίπονη κοινωνική κατάσταση.

Οι άνθρωποι δυσκολεύονται να επεξεργαστούν τα δύσκολα συναισθήματα που έχει ο συνάνθρωπός τους, ο οποίος επιζητά κυρίως όχι τη συμπόνια και τη συμπάθεια, αλλά την κατανόηση – μια κατανόηση που ίσως συμβάλλει στην αλλαγή των πραγμάτων προς το καλύτερο.

Αυτό είναι κάτι που το κάνουμε ακόμα και με τα παιδιά μας: γιατί κλαις, γιατί νευριάζεις, δεν είναι λόγος αυτός για να στεναχωριέσαι…

Είναι κάτι που το κάνουμε ακόμα και σε μεγάλους σε δύσκολες στιγμές της ζωής τους. «Μη στεναχωριέσαι, θα βρεις άλλη δουλειά», «μην αγχώνεσαι, έχει ο Θεός», «μην κλαις, να είσαι δυνατός για τους άλλους»…

Ακυρώνουμε τα συναισθήματα των άλλων, γιατί δεν ξέρουμε πώς να φερθούμε εμείς οι ίδιοι. Νιώθουμε αμηχανία, νιώθουμε αδυναμία να χειριστούμε την κατάσταση και μιλάμε χωρίς να συνειδητοποιούμε τι λέμε, τι ακριβώς ζητάμε από τον άλλον.

Κάποια πράγματα καλύτερα να μην τα λέμε, λοιπόν, όταν ο άλλος μας περιγράφει το πρόβλημά του ή μια μεγάλη δυσκολία που έχει.

Ειδικά για τα σχόλια στο διαδίκτυο, που τόσο εύκολα γράφουμε «ελαφρά τη καρδία» και ανεβάζουμε»σε πρώτο χρόνο» το πρώτο που μας έρχεται στο μυαλό, έχουν γραφτεί και ξαναγραφτεί σχετικά άρθρα.

Πώς μπορείς να κρίνεις κάποιον που δε γνωρίζεις; Πώς μπορείς να κρίνεις κάποιον που δεν έχεις δει ποτέ; Πώς μπορείς να έχεις άποψη για τη ζωή του άλλου; Πώς μπορείς να ξέρεις τι κρύβεται στην ψυχή και σκέψη του άλλου;

Σχόλια που γίνονται μίζερα, ακόμα και χυδαία ή και απαγορευτικά. Όλο και περισσότεροι άνθρωποι πιστεύουν ότι αν δεν έρθουμε σε αντιπαράθεση, δεν πρόκειται να ακούσουμε ο ένας τον άλλον, ότι ο άλλος οφείλει να ακούσει τι έχουμε να του πούμε εμείς προσωπικά επί του οποιουδήποτε θέματος!

Το να ακούμε πραγματικά ο ένας τον άλλον, όμως, συνεπάγεται ένα βαθμό ενσυναίσθησης.

Ενσυναίσθηση σημαίνει, στην πραγματικότητα, κατανόηση των συναισθημάτων κάποιου άλλου, το να βρεθούμε στη θέση του.

Πραγματικά πιστεύω ότι η ενσυναίσθηση είναι ο μόνος τρόπος για να αναπτυχθούμε: το να μάθουμε όχι μόνο να επικοινωνούμε τα συναισθήματά μας, αλλά να ακούμε τα συναισθήματα των άλλων.

Στη γραπτή επικοινωνία, και ειδικά στα social media, υπάρχει ούτως ή άλλως το χάσμα για το αν γινόμαστε πλήρως κατανοητοί ή αν κατανοούμε τι ακριβώς εννοούν με αυτά που μας γράφουν.

Χρησιμοποιούμε συχνά φράσεις, τις οποίες «μεταμφιέζουμε» και παρουσιάζουμε ευγενικές γράφοντας πρώτα «Καταλαβαίνω αυτό που λες…» ή «Ενδιαφέρουσα η άποψή σου…» όταν κάποιος μοιράζεται online μια προσωπική εμπειρία ή ιστορία και μετά «πετάμε τη βόμβα μας»…

1) «Καταλαβαίνω αυτό που λες……αλλά δεν θα συμφωνήσεις στο ότι…»

Το ζήτημα σε αυτή την πρόταση δεν είναι η συμφωνία. Είναι το «Αλλά» που το ξεκινά. Αυτό το «αλλά» παίρνει ολόκληρη την ιστορία κάποιου και στη συνέχεια προσπαθεί να διαλύσει ή να ακυρώσει εντελώς την εμπειρία του με τα δύο δευτερόλεπτα σκέψης του για το θέμα. Είναι αγενές. Προσπαθούμε να μπούμε σε μια συζήτηση που θα «παγιδεύσει» το συνομιλητή αποδεικνύοντάς του ότι κάνει λάθος.

Γιατί να απορρίπτουμε τις εμπειρίες των ανθρώπων; Ας πούμε «Σε ευχαριστώ που το μοιράστηκες, αυτό είναι εντελώς διαφορετικό από οτιδήποτε άλλο έχω ακούσει για το θέμα. Θα το ξανασκεφτώ σίγουρα». Ποιος θα το πει αυτό βέβαια;;

2) «Καταλαβαίνω αυτό που λες……αλλά μήπως είναι αλήθεια ότι…»

Αυτό είναι παρόμοιο με το προηγούμενο, εκτός από το ότι υπονοεί, επιπλέον, ότι αυτό που λέει ο άλλος είναι αναληθές. Προσωπικές εμπειρίες είναι. Εάν θέλουμε να συζητήσουμε κάποιο μεγαλύτερο ζήτημα, ας ξεκινήσουμε μια συζήτηση κάπου αλλού, δε χρειάζεται να εκμεταλλευόμαστε την προσωπική ιστορία κάποιου επειδή νιώθουμε την ανάγκη να διορθώσουμε τα συναισθήματά του με τα γεγονότα μας.

Ενσυναίσθηση. Ενσυναίσθηση. Ενσυναίσθηση. Ας πούμε: «Πω πω, όλα όσα διάβασα για αυτό ήταν συγκλονιστικά. Είναι ωραίο να διαβάζω μια προσωπική εμπειρία, είναι κάτι που δεν το περίμενα. Σε ευχαριστώ που το μοιράστηκες.» Θα έλεγες κάτι τέτοιο;

3) «Καταλαβαίνω αυτό που λες……στην πραγματικότητα η ιστορία δείχνει ότι …»

Δεν μας ρώτησε κανείς. Εκτός αν μας ρώτησε. Έλα, όμως, που κανείς δε μας ρώτησε… Πρώτα απ ‘όλα, η λέξη «Στην πραγματικότητα» είναι ακόμη πιο απορριπτική από το «Αλλά». Το «αλλά» τουλάχιστον ακούγεται σαν αντεπιχείρημα, το «Στην πραγματικότητα» είναι μια διόρθωση. Υπάρχει διαφορά. Είναι αγενές και προσβλητικό. Αυτό ισχύει και για τη λέξη «πραγματικά» σε ένα επιχείρημα που βασίζεται σε σχόλια. Μιλάμε για κάποιον που μοιράζεται μια προσωπική εμπειρία. Με το να αναλύουμε στατιστικά στοιχεία, νιώθουν ότι αυτοί οι αριθμοί και τα γράμματα σε μια τυχαία σελίδα είναι πιο σημαντικά από τα συναισθήματά τους. Φαίνεται, επίσης, ότι λέμε «καλά, αν ήσουν λίγο πιο μορφωμένος δεν θα ένιωθες έτσι». Όπως και να το πούμε, μην το παιδεύουμε, είναι αγενές.

Ας πούμε αν θέλουμε: «Για κάποιο λόγο αυτό μου θυμίζει το τάδε περιστατικό. Μου είναι δύσκολο, βέβαια, να συγκρίνω την ιστορία σου με όσα γνωρίζω. Τα είπες τόσο αληθινά μέσα από τα δικά σου μάτια…» Κάπως καλύτερο;

4) «Καταλαβαίνω αυτό που λες…. …Αν το σκεφτούμε λογικά όμως …»

Καλά, σοβαρά; Δε θα μπω καν σε διαδικασία να το σχολιάσω… Ας πούμε: Τίποτα. Τίποτα απολύτως. Μην πούμε τίποτα. Απλά ας κάνουμε κάτι άλλο!

5) «Καταλαβαίνω αυτό που λες…. …Δεν θα ήταν καλύτερο να ασχοληθείς με…»

Αυτό είναι σκληρό. Αυτό λέει σε κάποιον ότι τα συναισθήματά του δεν έχουν αξία, δεν αξίζουν να σπαταλάμε το χρόνο μας γι’ αυτά… Ότι παίρνουν το «χώρο» από κάτι άλλο… σε ένα διαδίκτυο που είναι γεμάτο με τα πάντα, πολλά εκ των οποίων ανούσια και άχρηστα.

Αν κάποιος μας φέρει μπισκότα στο γραφείο, υπάρχει περίπτωση να τον κυνηγάμε για να του πούμε ότι αυτό είναι χάσιμο χρόνου; Ότι θα μπορούσε να κάνει κάτι άλλο από το να μαγειρεύει;

Επίσης, είναι σαν να θεωρούμε δεδομένο ότι κάποιος μοιράζεται το τέλος μιας διαδικασίας που περνά. Συνήθως, όμως, δεν είναι έτσι. Ίσως δεν είναι εύκολο να προχωρήσει παρακάτω, ίσως το να μοιράζεται την εμπειρία του είναι το πρώτο πραγματικά μεγάλο (και δύσκολο) βήμα για αυτόν. Ίσως να νιώθει φόβο. Ό,τι φαίνεται σε εμάς ασήμαντο, γι’ αυτόν μπορεί να είναι ο κόσμος όλος.

Στο κάτω κάτω αν νιώθουμε ότι δεν αξίζει το χρόνο μας, γιατί να σχολιάσουμε;;;

Σε κάποιες περιπτώσεις, ίσως θέλουμε υποτίθεται να προστατεύσουμε άλλους που θα το δουν, αλλά αν είναι τα προσωπικά του συναισθήματα; Τα συναισθήματα κάποιου δεν είναι ποτέ ασήμαντα. Ας μην στείλουμε τίποτα. Δεν υπάρχει εναλλακτική.

Τις περισσότερες φορές που θα βρεθούμε μπροστά σε κάτι που καταθέτει ένας άλλος άνθρωπος δημόσια, έχουμε δύο επιλογές: να μη σχολιάσουμε τίποτα ή να πούμε απλά «ευχαριστώ που το μοιράστηκες», thanks for sharing που λέμε και στο χωριό μου!

Υπάρχουν συζητήσεις και υπάρχουν και ιστορίες. Οι ιστορίες δεν είναι συζητήσεις, δεν είναι θέμα διαφωνιών.

Να μην προσπαθήσουμε να συζητήσουμε την ιστορία κάποιου.

Αν θέλουμε να συζητήσουμε το θέμα της ιστορίας κάποιου ή ένα θέμα που συνδέεται με την ιστορία κάποιου, ας ξεκινήσουμε τη δική μας συζήτηση κάπου αλλού.

Να αφήσουμε ήσυχες τις προσωπικές ιστορίες των ανθρώπων.

Αν δεν μπορούμε απλά να δείξουμε κατανόηση, τότε έχουμε μεγαλύτερα προβλήματα από το αν κάποιος θέλει να ανοίξει κουβέντα μαζί μας online ή όχι.

Να μεγαλώσουμε ανεξάρτητα παιδιά

Σήμερα ξεκινάω να γράψω με πολύ κακή διάθεση…
Πολλά τα νεύρα και ενώ έλεγα θα ασχοληθώ με τις ταμπέλες στα παιδιά μετά τα stories μου στο instagram για τα «κοριτσίστικα» και «αγορίστικα» παιχνίδια, ασχολούμαι εδώ και μια βδομάδα με τα μαθήματα των παιδιών και πώς να βοηθήσω.

Έχω ξαναγράψει σχετικό άρθρο με τα διαβάσματα των παιδιών, αλλά σίγουρα παίζει ρόλο σε τι φάση είναι τα παιδιά και ηλικιακά και ψυχολογικά.
Και σίγουρα σε τι φάση είναι οι γονείς.

Το ερώτημα που τριγυρίζει στο μυαλό μου είναι πόση βοήθεια να δώσω και με ποιο τρόπο, ώστε να νιώσουν τα παιδιά ότι τα στηρίζω και είμαι δίπλα τους, αλλά και να μάθουν, να εκπαιδευτούν δηλαδή ότι είναι τα ίδια υπεύθυνα για τις υποχρεώσεις τους.

Αυτό που με προβληματίζει ιδιαίτερα, είναι η εξής διαπίστωση: δε με ενοχλεί τα παιδιά μου να πάνε αδιάβαστα ή να νιώσουν άσχημα ή να ντροπιαστούν στην τάξη. Είμαι πολύ συνειδητοποιημένη ότι πρέπει να νιώσουν τα ίδια ότι έχουν την ευθύνη για τις δικές τους εργασίες. Αυτό που με ενοχλεί κυρίως είναι μήπως ο δάσκαλος ή η δασκάλα βγάλει το συμπέρασμα ότι δεν ασχολούμαι με τα παιδιά μου, ότι μπορεί να σκεφτούν «αυτή η μάνα δεν ενδιαφέρεται». Το ίδιο νιώθω κι αν δεν προλάβω να φύγω από τη δουλειά για μια συνάντηση γονέων.

Με ενοχλεί δηλαδή αυτό το κλασικό «τι θα πουν οι άλλοι;» το οποίο σαν τρόπος σκέψης, ξέρω πολύ καλά ότι είναι προβληματικός, αλλά δεν είναι εύκολο να αποβάλλω αυτή τη νοοτροπία.

Όλοι οι γονείς θέλουμε, ή έχουμε ανάγκη, να μας θεωρούν «τους καλύτερους γονείς», να μας παινεύουν για τη συμπεριφορά μας και τα «υπέροχα» παιδιά μας.

Ξέρω, όμως, πόσο πολύ θέλω τα παιδιά μου να είναι ανεξάρτητα και υπεύθυνα. Μόνο έτσι θα γίνουν και υπεύθυνοι ενήλικες.

Σε πολλά σημεία της ζωής των παιδιών μας, πρέπει να απομακρυνθούμε, να κάνουμε ένα βήμα πίσω. Να τα αφήσουμε να «πάθουν και να μάθουν».

Να τα βοηθήσουμε, έτσι, να γίνουν ηθικοί και στοργικοί, παραγωγικοί και δημιουργικοί, ανεξάρτητοι νέοι. 

Ωστόσο, είναι (είμαστε) πάρα πολλοί οι γονείς, ειδικά τις τελευταίες δεκαετίες, που, από την αγάπη για τα παιδιά μας, από όλα αυτά που βλέπουμε στα social media, από τα δικά μας απωθημένα ίσως, θέλουμε να κάνουμε περισσότερα, όχι λιγότερα, γι ‘αυτά. 

Πιστεύουμε ότι όσο περισσότερο χρόνο, ενέργεια, προσοχή και χρήμα μπορούμε να διαθέσουμε στα παιδιά μας, τόσο το καλύτερο.

Τα παιδιά μας ξέρουν ότι δε θα τα αφήσουμε να πάνε αδιάβαστα (ακόμα κι αν έχουν ξεχάσει να κάνουν όλα τους τα μαθήματα), δε θα τα αφήσουμε χωρίς καθαρά ρούχα (ακόμα κι αν δεν έχουν βάλει στο καλάθι των απλύτων τα λερωμένα ρούχα τους), δε θα τα αφήσουμε νηστικά (ακόμα κι αν δεν έχουν στρώσει ή μαζέψει το τραπέζι).

«Η μαμά πάντα θα το κάνει».

Αναρωτιόμαστε σχετικά με το πώς μπορούμε να βοηθήσουμε τα παιδιά μας να ξεπεράσουν τους φόβους τους, να μάθουν να ρισκάρουν ή να γίνουν πιο υπεύθυνα. 

Ανεξάρτητα από το πόσο αγαπάμε τα παιδιά μας, ίσως να μην καταφέρνουμε να τους δώσουμε αυτά που πραγματικά χρειάζονται. 

Υπάρχουν πολλά σημαντικά πράγματα που δεν μπορούμε να κάνουμε για τα παιδιά μας, όσο κι αν το θέλουμε. 

Για να μεγαλώσουν με τους τρόπους που χρειάζεται να μεγαλώσουν, τα παιδιά πρέπει να κάνουν ένα βήμα μπροστά.

1. Δεν μπορούμε να κάνουμε τα παιδιά μας ευτυχισμένα με το ζόρι

Όταν κλαίνε, τρέχουμε να δούμε αν κινδυνεύουν. Όταν φαίνονται θλιμμένα, τυλίγουμε τα χέρια μας γύρω τους. Θέλουμε να προστατεύσουμε τα παιδιά μας από όλα τα άσχημα συναισθήματα, αλλά ο αγώνας και τα βάσανα είναι μέρος της ζωής και τα παιδιά πρέπει να μάθουν να διαχειρίζονται τα συναισθήματά τους. 
Σε εμπειρίες χωρίς τους γονείς (εκδρομές, σχολείο, δραστηριότητες) είναι πιο εύκολο για τα παιδιά να μάθουν τι μισούν και τι αγαπούν, τι τα κάνει να στεναχωρηθούν και τι τα κάνει ευτυχισμένα.

2. Δεν μπορούμε να προσφέρουμε στα παιδιά μας υψηλή αυτοεκτίμηση

Έχουμε στο μυαλό μας να ενισχύσουμε την αυτοπεποίθηση του παιδιού, λέγοντάς τους συνεχώς πόσο υπέροχοι και έξυπνοι είναι.  Κάτι τέτοιο, όμως, δε βοηθά.
Η αυτοεκτίμηση και αυτοπεποίθηση προέρχονται από την οικοδόμηση δεξιοτήτων και την εκμάθηση δύσκολων εργασιών που καταφέρνουν μόνα τους. 

3. Δεν μπορούμε να κάνουμε φίλους για τα παιδιά μας ή να μικροδιαχειριζόμαστε τις σχέσεις τους

Ακόμα και όταν είναι μωρά, ορισμένα παιδιά έλκονται έντονα το ένα από το άλλο. Παρόλο που εμείς μπορούμε να κανονίσουμε παιχνίδια με άλλα παιδάκια, τα παιδιά μαθαίνουν μόνα τους ο ένας με τον άλλον πώς να είναι φίλοι. Μπορούμε να υποστηρίξουμε τις φιλίες των παιδιών μας, να τους κανονίσουμε συναντήσεις για παιχνίδι, αλλά δεν μπορούμε να ελέγξουμε τις σχέσεις τους.

4. Δεν μπορούμε να απαγορεύσουμε τα «ηλεκτρονικά» στα παιδιά μας

Ζούμε εν μέσω μιας τεχνολογικής επανάστασης που αλλάζει δραματικά την οικογενειακή ζωή. Οι γονείς θέλουμε συνεχώς να περιορίσουμε τη χρήση ηλεκτρονικών συσκευών από το παιδί μας. Ωστόσο, όλοι μας περνάμε ίσο χρόνο μπροστά στις οθόνες – και τα παιδιά θα κάνουν αυτό που κάνουμε εμείς και όχι αυτό που λέμε.

5. Δεν μπορούμε να κάνουμε τα παιδιά μας ανεξάρτητα

Μέχρι ένα σημείο, τα παιδιά μου μπορεί ακόμα και να με κατηγορούσαν που ξέμειναν από νερό στο σχολείο, που δεν έπλυνα το ρούχο που ήθελαν να φορέσουν και ακόμα τα κάνουν κάποιες φορές. Έχω ακούσει παιδιά να λένε «α, η μαμά μου ξέχασε να μου βάλει στην τσάντα τα γυαλιά μου».
E, όταν τα παιδιά είναι μικρά θα το κάνουμε στην αρχή. Όταν, όμως, τα παιδιά ηλικίας 15 ετών δεν μπορούν να θυμηθούν τα γυαλιά τους, είναι επειδή είναι ανοργάνωτα ή επειδή η μητέρα τους αναλαμβάνει να θυμάται αντί αυτών…
Κάθε παιδί πρέπει να εξασκείται να είναι ανεξάρτητο και κάθε γονέας πρέπει να εξασκείται να αφήνει το παιδί του να είναι ανεξάρτητο. Δεν είναι εύκολο να το τηρήσουμε. Το ξέρω.

Η ανεξαρτησία, όμως, είναι σαν το άλμα εις ύψος: Πρέπει να τρέξεις και να πηδήξεις και μερικές φορές να αποτύχεις. Και στη συνέχεια να ανεβάσεις την μπάρα και να τρέξεις και να πηδήξεις ξανά. Ως γονιός, θα τρομάξουμε όταν τα παιδιά μας χτυπήσουν αυτή την μπάρα, αλλά δεν μπορούμε να πηδήξουμε αντί για αυτά!

Και θα δούμε ότι θα έχουν πολλές γλυκές στιγμές χωρίς εμείς να είμαστε παρόντες.

Αυτό που πιστεύω απόλυτα είναι ότι η δουλειά μας είναι να μεγαλώσουμε τα παιδιά μας έτσι ώστε να είναι έτοιμα να μας αφήσουν, οπότε πρέπει να είμαστε σε θέση να τα αφήσουμε να προχωρήσουν, παρακολουθώντας τα από απόσταση.

6. Και το βασικότερο: Δεν μπορούμε να κρατήσουμε τα παιδιά μας εντελώς ασφαλή (αλλά -δυστυχώς- μπορούμε να τα τρελάνουμε προσπαθώντας)

Παρακολουθούμε τις ειδήσεις και ανησυχούμε για όλα τα φοβερά πράγματα που μπορούν να συμβούν στα παιδιά μας.

Μένουμε απέναντι από το σχολείο και τα αγγλικά τους είναι ένα τετράγωνο μακριά. Ξέρω ότι πρέπει να τα αφήσω να πάνε με τα πόδια, αλλά, μέχρι πολύ πρόσφατα, δυσκολευόμουν, γιατί όντως τα αυτοκίνητα είναι πάρα πολλά.
Κι ακόμα και τώρα που το πήρα απόφαση, υπάρχουν δάσκαλοι που τρέχουν έντρομοι έξω από την είσοδο του σχολείου για να τα βοηθήσουν να διασχίσουν το δρόμο και αναρωτιούνται «γιατί δε σας έφερε κάποιος μεγάλος;»

Προσπαθούμε να κάνουμε «καλή δουλειά» στην ανατροφή των παιδιών μας, αλλά το να έχουμε συνεχώς το μυαλό μας στην ασφάλεια τους μάς κάνει να ανησυχούμε πολύ κι έτσι δυσκολεύουμε την ικανότητα των παιδιών μας για ανεξαρτησία.

Διάβασμα και υπευθυνότητα

Όλα αυτά ξεκίνησα να τα γράφω για να καταλήξω εδώ ακριβώς… Σε όλο αυτόν τον αγώνα -όπως τον έχουμε πολλοί γονείς στο μυαλό μας- για να «στρωθούν τα παιδιά μας στο διάβασμα».

Δε θέλουν να διαβάσουν, ισχυρίζονται ότι «δεν έχουν τίποτα», αλλά τελικά όλο και κάτι θα εμφανιστεί… Μπορεί να ξεχάσουν να κάνουν την εργασία τους, να κάνουν την εργασία τους αλλά να μην την παραδώσουν, να την κάνουν ατημέλητα ή απρόσεκτα ή να μη διαβάσουν όλα αυτά που πρέπει. Αυτοί είναι μόνο μερικοί τρόποι με τους οποίους τα παιδιά προσπαθούν να κρατήσουν τον μικρό έλεγχο που έχουν.

Οι γονείς, από την άλλη, συχνά θεωρούμε ότι είναι δική μας δουλειά να κάνουμε τα παιδιά να τα πάνε καλά στο σχολείο. Φυσικά, είναι λογικό να αγχωθούμε με αυτήν την ευθύνη ως γονείς: να αγχωθούμε γιατί θέλουμε να πετύχουν στη ζωή τους και να αντιδράσουμε με θυμό και κηρύγματα.

Γιατί το διάβασμα στο σπίτι να είναι τόσο δύσκολο;

Φαίνεται ότι είναι πολύ δύσκολο για τα παιδιά να μείνουν συγκεντρωμένα όταν είναι στο σπίτι. Στο σχολείο υπάρχει μια δομή, μια οργάνωση, μια πειθαρχία, χωρίς τους τόσους περισπασμούς του σπιτιού.

Με το που μπαίνουν σπίτι μπαίνουν σε mood, σε λειτουργία «ελεύθερου χρόνου». Στο μυαλό τους, το σπίτι είναι ένα μέρος για να χαλαρώσουν, να απολαύσουν ένα σνακ, να ακούσουν μουσική και να παίξουν ή να δουν τηλεόραση. Τους είναι δύσκολο να μπουν στη διαδικασία να κάνουν σχολικές εργασίες.

Κι εμείς οι γονείς σε αυτό το «πεδίο μάχης» για το «πότε θα διαβάσεις επιτέλους;» μπορεί να χρησιμοποιήσουμε τακτικές που πετυχαίνουν ή τακτικές που αποτυγχάνουν.

Η μάχη για την εργασία στο σπίτι γίνεται στην πραγματικότητα μάχη για τον έλεγχο. Το παιδί μας αρχίζει να παλεύει για να έχει περισσότερο έλεγχο στις επιλογές της ζωής του, ενώ εμείς πιστεύουμε ότι η δουλειά μας ως γονιός είναι να έχουμε τον έλεγχο των πραγμάτων. Έτσι και οι δύο πολεμάμε πιο σκληρά και όλο αυτό μετατρέπεται σε πόλεμο στο σπίτι μας.

Οι γονείς νιώθουμε όλο και περισσότερο εκτός ελέγχου, οπότε τιμωρούμε, γκρινιάζουμε, απειλούμε, μαλώνουμε ή καταλήγουμε να κάνουμε εμείς τα μαθήματά τους!


Ανεξάρτητα από το γιατί τα παιδιά μας δεν κάνουν τα μαθήματά τους, μάλλον πρέπει να παραδεχτούμε ότι αυτή η μάχη είναι χαμένη υπόθεση και για τους δυο μας.

Θα καταλήξουμε απογοητευμένοι, θυμωμένοι και εξαντλημένοι και τα παιδιά μας θα έχουν βρει έναν ακόμη τρόπο να πατήσουν τα κουμπιά μας. Και, ακόμη χειρότερα, μπορεί να καταλήξουν να μισούν το σχολείο και να μισούν τη μάθηση.

Όλα αυτά τα ξέρουμε οι περισσότεροι από εμάς αλλά δεν μπορούμε να το υλοποιήσουμε.

Αυτό που πήρα απόφαση μετά από πολλή σκέψη (και συζήτηση και φωνές και κλάματα και εκβιασμούς και καλοπιάσματα…) είναι να κάνω το παν για να διατηρήσω την ψυχραιμία μου. Να μην τσιμπάω με κάθε μια ατάκα των παιδιών που θέλουν να μου πάνε κόντρα και «με χτυπάνε εκεί που πονάει».

Θα δημιουργήσω ένα σύστημα οργάνωσης (με μια μικρή εποπτεία μέχρι να μάθουν να το υλοποιούν μόνα τους) έτσι ώστε να καταλάβουν ότι τα μαθήματα που έχουν για διάβασμα είναι απλώς ένα φυσιολογικό κομμάτι της ζωής στο σπίτι: «βγάζουμε όλα τα βιβλία από την τσάντα μας, να πάρει και αέρα (Μαρί Κοντό style!) και μετά τσεκάρουμε ένα ένα μάθημα με τη σειρά που αναγράφονται στο πρόγραμμά μας για να δούμε τι ακριβώς έχουμε να κάνουμε για αύριο».

Μόλις το αποδεχτούν (ή το πάρουν απόφαση τελοσπάντων), θεωρώ ότι έχουμε ήδη κερδίσει τη μισή μάχη.

Μπορούμε να το βάλουμε μπροστά αυτό το σύστημα, μαζί με τα παιδιά μας, σε μια στιγμή που τα πράγματα είναι ήρεμα και τα πηγαίνουμε καλά και, φυσικά, όχι κατά τη διάρκεια του καυγά.

Να τους πούμε ότι θα δοκιμάσουμε κάτι διαφορετικό από την επόμενη φορά με τα διαβάσματα που θα κάνει τα πράγματα καλύτερα και πιο εύκολα για όλους. Και θα εξηγήσουμε.

Θα τους εξηγήσουμε ότι υπάρχει χρόνος για φαγητό, για μαθήματα, και σίγουρα υπάρχει και ελεύθερος χρόνος. Αλλά πρέπει να έχουμε στο νου μας αυτό: ο ελεύθερος χρόνος ξεκινά μετά την ολοκλήρωση των υποχρεώσεων.

Δεν μπορούμε να τους κάνουμε έτσι από το πουθενά να νοιάζονται. Οπότε αυτό που μπορούμε να κάνουμε είναι να εστιάσουμε σε αυτό που θα βοηθήσει τη συμπεριφορά τους να βελτιωθεί.

Να μην επικεντρωνόμαστε στη στάση τους, όσο στη γενικότερη εικόνα.

Να θέσουμε όρια και συγκεκριμένους κανόνες, να σεβαστούμε τις ατομικές επιλογές τους και να τα βοηθήσουμε να παρακινήσουν τον εαυτό τους.

Να μείνουμε συγκεντρωμένοι στο δικό μας ρόλο, που είναι να βοηθήσουμε τα παιδιά με τις εργασίες τους και όχι να τις κάνουμε αντί για αυτά.

Να κάνουμε ένα διάλειμμα όταν τα πράγματα δυσκολεύουν. Να αφιερώσουμε λίγα λεπτά για να ηρεμήσουμε και να αφήσουμε τα παιδιά μας να κάνουν το ίδιο, προλαβαίνοντας την «καταιγίδα».

Να σκεφτόμαστε τους δικούς μας στόχους, τι εμείς θέλουμε να πετύχουμε και με ποιο τρόπο θα το καταφέρουμε.

Να κάνουμε λίγο πίσω και να τα αφήσουμε να κάνουν τις δικές τους επιλογές, να αναλάβουν τις δικές τους ευθύνες.

Δεν είναι αγώνας εξουσίας. Κάποια παιδιά μπορεί να «τα παρατήσουν» σκόπιμα μόνο για να δείξουν στους γονείς τους «ποιος είναι ο επικεφαλής». Άλλα παιδιά μπορεί να συμμορφωθούν για να απαλύνουν το άγχος των γονιών τους, αλλά στο τέλος δε θα μάθουν να κάνουν τις δικές τους επιλογές.

Να μην είμαστε οργισμένοι ή επικριτικοί, απλώς να ρωτήσουμε με ειλικρίνεια «Πώς μπορώ να σε βοηθήσω;».

Πάρε το χρόνο σου

Όποιος με ακολουθεί στο Instagram πιθανώς είδε τη νέα μου αγάπη/εμμονή, τα podcasts. Μετά το @koritsimalama ξεκίνησα (στο Spotify) τα podcasts του #giatioxi τα οποία είναι και πάρα πολλά και πολύ χρήσιμα και πρακτικά!

Ένα από τα podcasts της Δέσποινας Κανάκογλου του #giatioxi ήταν για το χρόνο «Όταν κυνηγάς το χρόνο«, ηχογραφημένο τον Ιανουάριο του 2017. Η Κοινωνική Λειτουργός και Σύμβουλος Ψυχικής Υγείας Ελισάβετ Αντωνιάδου μιλάει στο podcast για το πώς να αποφύγουμε την αίσθηση ότι τρέχουμε στη ρόδα του χάμστερ, πώς να κάνουμε μια παύση, πώς να «πάρουμε το χρόνο μας» μέσα στην πολυάσχολη καθημερινότητά μας.

Όλοι ζούμε ζωές γεμάτες ένταση, άγχος, γεμάτες με υποχρεώσεις, δραστηριότητες, συναντήσεις και εργασίες. Η διαρκής απασχόληση, ακόμα και την ώρα του «ελεύθερου χρόνου» φαίνεται να είναι ο νέος κανόνας στον 21ο αιώνα.

Συνεχής δράση και δραστηριότητα, κανένα διάλειμμα στο πρόγραμμά μας.

Για να λειτουργήσουν οι δεξιότητες και ικανότητές μας απαιτείται μια προοπτική που είναι δύσκολο να βρούμε όταν έχουμε το κεφάλι σκυμμένο κάτω, παλεύοντας με μια ατελείωτη λίστα υποχρεώσεων, ελπίζοντας ότι τα πράγματα θα λειτουργήσουν.

Για να συγκεντρωθούμε και να σκεφτόμαστε καθαρά και με διαύγεια χρειάζεται διάλειμμα, παύση.

Μπορεί, όντως, να μην έχουμε πάντα την επιλογή να διαγράψουμε υποχρεώσεις και to-dos από τα ημερολόγιά μας.

Όμως, μπορούμε να κάνουμε την επιλογή να καθαρίσουμε το μυαλό μας από τη συνηθισμένη ορμή του, που εμποδίζει τη δημιουργικότητα και τη ενσυνειδητότητα (mindfulness– αγαπημένη μου λέξη τον τελευταίο καιρό, θα γράψω κάποια στιγμή σχετικό άρθρο).

Και μόνο τα πρώτα βήματα προς τη συνειδητοποίηση της κατάστασης μπορούν να οδηγήσουν σε λίγο περισσότερο χώρο μέσα στην ημέρα μας.

Φυσικά και κάνω πολύ μεγάλη προσπάθεια για να είμαι έστω και λίγο πιο προσεκτική με τις ασχολίες μου και τον τρόπο που επιλέγω τον προγραμματισμό της καθημερινής μας ζωής, αν και ποτέ δεν ήμουν το άτομο που ήθελε να γεμίζει το πρόγραμμά του, αν δεν ήταν εντελώς απαραίτητο.

Όσο περνούν, όμως, τα χρόνια, οι υποχρεώσεις μεγαλώνουν, η οικογένεια μεγαλώνει, εμείς αλλάζουμε και όλα γύρω μας τρέχουν ασταμάτητα.

Διψάμε για λίγη «ακινησία», λίγη «σιωπή». Δε φαίνεται να υπάρχει θόρυβος και χάος παντού;

Η αλήθεια είναι ότι ο κόσμος δεν πρόκειται να επιβραδύνει και να γίνει λιγότερο θορυβώδης απλώς και μόνο επειδή το θέλουμε. Πρέπει, λοιπόν, να δεσμευτούμε ότι θα αφιερώσουμε χρόνο για έστω και μια παύση. Η παύση είναι πραγματικά πολύτιμη. Τα διαλείμματα μέσα σε λίγα λεπτά, μας βοηθούν να βάλουμε τις σκέψεις μας σε μια σειρά, να σκεφτούμε τι νιώσαμε μέσα στη μέρα, τι μας αρέσει και τι όχι, να συνειδητοποιήσουμε τα θέλω μας.

Δεν ένιωθα πάντα έτσι. Υπήρχαν περίοδοι της ζωής μου που ήμουν πολύ συνηθισμένη σε όλο αυτό το θόρυβο: με έπαιρνε ο ύπνος με την τηλεόραση να παίζει, ήθελα να βγαίνω έξω για καφέ κλπ με όλους.

Τώρα την αναζητώ τη σιωπή, την ησυχία μου.

Και δυσκολεύομαι να καθίσω σε παρέα που δε νιώθω άνετα, που δε θα μπορέσω απλά να καθίσω χωρίς να χρειαστεί να πω κουβέντα (όσο παράξενο κι αν ακούγεται για μένα που μιλάω τόσο πολύ…)

Ισορροπία και ανανέωση

Η δύναμη της παύσης είναι ξεχωριστή: μας χαλαρώνει, μας αναζωογονεί και μας ενεργοποιεί για ώρες.

Στο podcast του #giatioxi, η Ελισάβετ Αντωνιάδου έλεγε ότι μπορεί τις πρώτες φορές που θα κάνουμε αυτήν την παύση, αυτό το εικοσάλεπτο «ραντεβού» με τον εαυτό μας, μπορεί να μη νιώσουμε τόσο ευχάριστα.

Μπορεί να βγουν στην επιφάνεια συναισθήματα πνιγμένα εδώ και καιρό, σκέψεις ακόμα και δυσάρεστες. Είναι, όμως, σωτήριο και απαραίτητο.

Χωρίς την παύση δε θα μπορέσουμε να γνωρίσουμε καλύτερα τον εαυτό μας για να μπορέσουμε να τον φροντίσουμε και καλύτερα.

Το να αφιερώνουμε χρόνο για να παραμείνουμε ακίνητοι και ήσυχοι, μόνοι με τον εαυτό και τις σκέψεις μας, μας δίνει την ευκαιρία να ανακτήσουμε την προσωπική μας ισορροπία, να φορτίσουμε τις μπαταρίες μας.

Τι να κάνουμε, όμως, κατά τη διάρκεια της ημέρας;

Ενώ είναι εύκολο να πούμε θα κλείσω το τηλέφωνό μου και την πόρτα του γραφείου μου, υπάρχουν περισσότερα πράγματα που θα χρειαστεί να κάνουμε για να κάνουμε πραγματική, ουσιαστική παύση.

Καταρχάς, υπάρχει ο εξωτερικός θόρυβος, αυτό όλο που ακούμε στο περιβάλλον μας: ομιλίες, μουσική, αυτοκίνητα, μηχανήματα, ειδήσεις, τηλεόραση, διαφημίσεις.

Υπάρχει θόρυβος σχεδόν παντού. Κι όλος αυτός ο θόρυβος μάς προκαλεί υπερδιέγερση.

Πολλές φορές, μάλιστα, νιώθουμε ακόμα και ότι μας λείπει όλη αυτή η βαβούρα. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο θόρυβος έχει ενσωματωθεί στα πολιτιστικά μας πρότυπα.

Υπάρχει, όμως, και ο εσωτερικός θόρυβος, ο θόρυβος μέσα μας. Μπορεί να βρισκόμαστε σε ένα ήσυχο δωμάτιο, αλλά να νιώθουμε σαν να μας μιλάει ένα τσούρμο από άτομα ταυτόχρονα, σαν να μας φωνάζουν στο μυαλό μας οι εκκρεμότητές μας.

Είναι οι φωνές στο κεφάλι μας που μας υπενθυμίζουν συνεχώς να κάνουμε το ένα, να σκεφτούμε το άλλο. Ο εσωτερικός μας θόρυβος είναι το πολυάσχολο σκεπτόμενο μυαλό μας εν δράσει, που αναπηδά συνεχώς από τη μία σκέψη στην άλλη και γεμίζει το μυαλό μας με συνεχή φλυαρία.

Για να ηρεμήσουμε από τον εξωτερικό θόρυβο

…μπορούμε πρακτικά να απενεργοποιήσουμε την τηλεόραση, το κινητό, να απομακρυνθούμε για λίγο από όσους φωνάζουν.

Τον εσωτερικό θόρυβο, όμως, δεν τον διώχνουμε εύκολα.

Ακόμα κι αν κάτι το αφήσουμε στην άκρη, μπορεί να νιώσουμε τύψεις μετά. Άλλο συναίσθημα που μας εμποδίζει να ηρεμήσουμε, να ξεχαστούμε.

Η διακοπή του εσωτερικού θορύβου, αυτή η πολυπόθητη εσωτερική γαλήνη και ηρεμία, απαιτεί περισσότερη προσοχή. Γι’ αυτό και το meditation, ο διαλογισμός θεωρείται απαραίτητος για να αδειάσει το μυαλό μας, όσο κι αν συχνά μας ακούγεται κάτι «περίεργο», ίσως κάτι δύσκολο, ίσως και «χάσιμο χρόνου» για κάποιους.

Υπάρχουν πολλές εφαρμογές (εγώ χρησιμοποιώ την Mindfulness και μου αρέσει πολύ), αλλά και αντίστοιχη σειρά στο Netflix (Headspace Guide to Meditation, «μια φιλική, ζωντανή ματιά στα οφέλη του διαλογισμού με τεχνικές και καθοδηγούμενο διαλογισμό για να ξεκινήσετε δυναμικά την πρακτική σας»).

Αν δεν μπορούμε να κάνουμε διαλογισμό με αυτόν τον καθοδηγούμενο τρόπο, μπορούμε να κάνουμε μια βόλτα κάπου ήσυχα και ή να ακούμε στη βόλτα μας την εφαρμογή του διαλογισμού ή να ακούμε αγαπημένα μας τραγούδια ή να μην ακούμε τίποτα. Σίγουρα όχι να μιλάμε στο τηλέφωνο ή να σερφάρουμε στο διαδίκτυο και τα social media.

Τι μπορούμε να κάνουμε;

Να περπατάμε παίρνοντας βαθιές ανάσες, βρίσκοντας ένα ρυθμό και νιώθοντας, απολαμβάνοντας κάθε βήμα. Μπορούμε να κάνουμε ένα ωραίο μπάνιο, να καθίσουμε στη βεράντα μας να πιούμε ένα ποτήρι κρασί (αν και δεν το πολυαγαπώ το κρασί προσωπικά, αλλά καλό κάνει…)

Δε χρειάζεται πολλή ώρα. Ακόμα και 10 λεπτά θα μας βοηθήσουν να αποφορτιστούμε.

Πρέπει να εξασκηθούμε σε αυτές τις παύσεις. Έστω και σε μικρά διαλείμματα 1-2 λεπτών κάθε ώρα.

Μπορούμε να εκμεταλλευτούμε στιγμές όπως το μπες-βγες στο αυτοκίνητο, τις στιγμές μεταξύ συναντήσεων ή κλήσεων, τις στιγμές που περιμένουμε το παιδί μας σε μια δραστηριότητα ή λίγο πριν τον ύπνο.

Μια ιδέα είναι να βάλουμε ακόμα και «υπενθύμιση παύσης» στο τηλέφωνό μας για να χτυπά με ήρεμο ήχο πχ κάθε ώρα.Μόλις γνωρίσετε την «εσωτερική αυτή σιωπή», δεν θα θέλουμε τίποτα άλλο. Θα το αναζητάμε όλο και περισσότερο.

Η αίσθηση κάθε σημείου του σώματός μας, η εστίαση σε συγκεκριμένα σημεία είναι μια άσκηση που θα μας δείξει το δρόμο να «αδειάζουμε» το μυαλό μας.

Να ξαπλώσουμε ή να καθίσουμε, να φέρουμε, για μια στιγμή, την προσοχή μας στα πόδια μας, τα χέρια μας, να τα προσέξουμε πώς αγγίζουν το έδαφος, να παρατηρήσουμε το πώς καθόμαστε στην καρέκλα ή στο πάτωμα, να νιώσουμε την καρδιά μας να χτυπά, να βρούμε τον παλμό μας κάπου στο σώμα μας.

Να δώσουμε μια μικρή προσοχή στο φυσικό ρυθμό της αναπνοής μας. Με το μυαλό μας να στηρίζεται στην αναπνοή μας, μπορεί να αρχίσουμε να παρατηρούμε μια αίσθηση «ευκολίας», «άνεσης».

Μπορεί να αρχίσουμε να παρατηρούμε, καθώς εκπνέουμε πλήρως, ότι υπάρχει λίγο λιγότερη ένταση. Λίγο λιγότερος θόρυβος.

Το ξέρω, μπορεί να πει κάποιος «τι μας λες, Βάσω, εδώ τρέχουμε σαν το Βέγγο!«.

Όμως, χωρίς αυτές τις τεχνικές θα «λαλήσουμε» που λέμε και στο χωριό μου! Στο podcast του #giatioxi λέει πολύ πετυχημένα η Ελισάβετ Αντωνιάδου «όπως κλείνουμε «ραντεβού» για να βρίσκουμε χρόνο με τον άνθρωπό μας, για να φροντίζουμε τη σχέση μας, έτσι πρέπει να φροντίσουμε και τη σχέση με τον εαυτό μας«. Self care το λέμε στο χωριό μου!!

Βέβαια, σε μια κοινωνία που δείχνει να εκτιμά τη νοοτροπία «όσο περισσότερα τόσο καλύτερα» και «μπορούμε να τα κάνουμε όλα», δεν είναι περίεργο που οι περισσότεροι από εμάς ακόμα και στον ελεύθερο χρόνο μας νιώθουμε ότι πρέπει να έχουμε ένα χόμπι, να κάνουμε κάτι δημιουργικό, να μαθαίνουμε κάτι νέο.

Υπάρχει μεγάλη διαφορά ανάμεσα στο χάσιμο χρόνου και το χρόνο παύσης.

Το χάσιμο χρόνου θα μπορούσε να θεωρηθεί ως χρόνος που δεν προσθέτει αξία στη ζωή μας: μπορεί να ψάχνουμε στις επιλογές του Netflix τι να δούμε και να συνειδητοποιήσουμε ότι πέρασαν 30 λεπτά και δεν είδαμε απολύτως τίποτα. Ή να μπούμε στο instagram ή στο Pinterest για να δούμε τα τελευταία posts και πριν το καταλάβουμε να έχουν περάσει πολλάαααα λεπτά (όχι εγώ, κάποια γνωστή μου…)

Ενώ, δηλαδή, δεν έχουμε χρόνο διαθέσιμο, ξοδεύουμε ανούσια λεπτά και ώρες.

Οπότε μπορούμε να χαρίσουμε λίγα λεπτά στον εαυτό μας για παύση πραγματική που θα μας «φορτίσει τις μπαταρίες μας»…

Πρόσφατα διάβασα ένα άρθρο, όπου ένας ειδικός ψυχικής υγείας έγραφε ότι τα διαλείμματα είναι στιγμές ανακαλύψεων.

Όταν το σώμα έχει την ευκαιρία να ξεκουραστεί, τότε είναι πιθανό να είμαστε πιο παραγωγικοί, δημιουργικοί και να συνεχίσουμε τη ζωή μας με μια ανανεωμένη ενέργεια.

Το έχω ξαναγράψει σίγουρα: να τον φροντίζουμε τον εαυτό μας και να τον αγαπάμε.

Ειδικά για τις μανούλες, είναι ο μόνος τρόπος για να καταφέρουμε να φροντίσουμε και τους άλλους.

Δε χρειάζεται να προσθέτουμε συνεχώς υποχρεώσεις στο ημερολόγιό μας.

Να λέμε και όχι.

Κάνουμε αυτά που αγαπάμε και δίνουμε αξία στον όποιο ελεύθερο χρόνο μας και στο παρόν.

Σκεφτόμαστε ποιοι είμαστε και πώς φτάσαμε εδώ (παρελθόν), σκεφτόμαστε πού θέλουμε να φτάσουμε (μέλλον), όμως είμαστε εδώ τώρα.

Να το ζήσουμε το παρόν μας, να το νιώσουμε.

Όπως λέει ο συγγραφέας Myrko Thum: «Η παρούσα στιγμή είναι το μόνο πράγμα όπου δεν υπάρχει χρόνος. Είναι το σημείο μεταξύ παρελθόντος και μέλλοντος. Είναι πάντα εκεί και είναι το μόνο σημείο στο οποίο μπορούμε να έχουμε πρόσβαση εγκαίρως . Όλα όσα συμβαίνουν, συμβαίνουν στην παρούσα στιγμή. Όλα όσα συνέβησαν και θα συμβούν μπορούν να συμβούν μόνο στην παρούσα στιγμή. Είναι αδύνατο να υπάρχει κάτι έξω από αυτό